Τα σαρακατσιάνικα
Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Το μέλλον των σαρακατσάνικων συλλόγων

Κατά τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα σταμάτησε να υπάρχει σαν διαφορετικός τρόπος ζωής μέσα στην ελληνική κοινωνία  ο σαρακατσάνικος τρόπος ζωής.
Κάποιοι δραστήριοι σιναφίτες εκείνης της εποχής  βλέποντας ότι η σαρακατσάνικη κουλτούρα κινδύνευε  να χαθεί ενέργησαν πολύ γρήγορα.
 Δημιουργήθηκαν σύλλογοι που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με την καταγραφή και διάσωση της σαρακατσάνικης κουλτούρας. Τα πρώτα χρόνια  η προσέλευση των Σαρακατσαναίων ήταν άμεση, οι σύλλογοι γέμισαν με νέους ανθρώπους εκείνης της εποχής.

Τα χρόνια περνούσαν και οι σύλλογοι εδραιώνονταν . Δημιουργήθηκαν σχόλες χορού , καταγραφήκαν ήθη, έθιμα , τραγούδια ,συνήθειες, δημιουργήθηκαν ανταμώματα, γράφτηκαν βιβλία, έγιναν εκδηλώσεις και σεμινάρια σχετικά με την ζωή των Σαρακατσαναίων.
Οι διάφοροι σύλλογοι ανά την Ελλάδα πράγματι κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες και κατέγραψαν το μεγαλύτερο τμήμα της σαρακατσάνικης παράδοσης.

Με τα χρόνια όμως πολύ σύλλογοι άρχισαν να χαλαρώνουν , σήμερα μάλιστα κάποιοι απλώς λειτουργούν μόνο στα χαρτιά. 
Ψάχνοντας για τα αίτια αυτής της χαλάρωσης των συλλόγων οδηγούμαστε περισσότερο σε κοινωνικές συγκυρίες και λιγότερο σε σιναφικές αδράνειες.
 Πιστεύω ότι το βασικότερο λάθος των συλλόγων και των Σαρακατσάνων που ασχολήθηκαν με την σαρακατσάνικη κουλτούρα είναι ότι ταύτισαν την ζωή των προγόνων μας με τους χορούς και τα πανηγύρια, αφήνοντας στην άκρη έναν ολόκληρο τρόπο ζωής κάποιων ανθρώπων που μόνο πανηγύρια δεν έκαναν.
Στα περιοδικά,στις εφημερίδες και στην τηλεόραση η σαρακατσάνικη ζωή παρουσιάζεται σαν εύκολη με μια τάση ρομαντισμού .  Όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορικά, ο σαρακατσάνικος τρόπος ζωής ήταν πολύ σκληρός και επιβίωναν μόνο οι δυνατότεροι .
Νομίζω ότι αυτό το κομμάτι της παράδοσης μας δεν έχει προβληθεί όπως θα έπρεπε και έτσι οι περισσότεροι έλληνες έχουν μπερδέψει την κουλτούρα μας με τα πανηγύρια χωρίς να ξέρουν ότι οι Σαρακατσαναίοι δεν έκαναν πανηγύρια αλλά ανταμώματα, χωρίς μουσικά όργανα και αν είχαν κάποια μουσικά όργανα αυτά ήταν λίγα και αυτοσχέδια.
Οι σιναφίτες που έχουν σαρακατσάνικα βιώματα είναι πια λίγοι. Για να μπορέσει ένας σύλλογος να επιβιώσει και η παράδοση να έχει μέλλον χρειάζονται νέοι. Οι νέοι με σαρακατσάνικη καταγωγή που τόσο πολύ τους έχουν ανάγκη οι σύλλογοι κατά πλειοψηφία δεν ασχολούνται με το σινάφι γιατί δεν έχουν λόγους να το κάνουν. Έχουν πια τον δικό τους τρόπο ζωής ,ακούνε την μουσική της αρεσκείας τους , και έχουν τις δικές τους παρέες.
Ένας σαρακατσάνικος σύλλογος χωρίς χορευτικό τμήμα και χωρίς το εβδομήντα της εκατό να αποτελείται από νέους κάτω των είκοσι ετών είναι θέμα χρόνου πότε θα σβήσει.

Αγαπητοί σιναφίτες για να μπορέσει η σαρακατσάνικη παράδοση να υπάρχει και για να μπορέσουν οι σύλλογοι να προσφέρουν πολιτιστικό έργο πρέπει να παρθούν μέτρα άμεσα.
Μια καλή πρόταση που θα μπορούσε να βοηθήσει την προσέλευση των νέων στους συλλόγους και να τους διατηρήσει ενεργούς είναι ότι  τα διοικητικά συμβούλια θα πρέπει την πλειοψηφία τους να απαρτίζονται από εκπαιδευτικούς.
 Οι εκπαιδευτικοί είναι οι επαγγελματίες που γνωρίζουν τον παλμό των νέων και λόγο πείρας θα βρουν τρόπους να  τους προσελκύσουν στους συλλόγους. Πιστεύω επίσης ότι είναι οι επαγγελματίες που θα ενημερώσουν σωστά τους νέους και θα τους εξηγήσουν γιατί πρέπει να γυρίσουν στους συλλόγους και να ασχοληθούν με την παράδοση μας.
Αλλά πενήντα με εξήντα χρόνια μετά ξέρουμε πια, πια είναι αλήθεια και τι ανήκει πράγματι στην παράδοση μας όπως ξέρουμε και τι πρέπει να πούμε στους  νέους και όχι μόνο, πρέπει πια με μέριμνα των συλλόγων να καταλάβουν οι συνέλληνες ότι σαρακατσάνικος τρόπος ζωής μόνο χοροί και πανηγύρια δεν ήταν, αλλά ήταν ένας κόσμος με μεγάλη λαϊκή παράδοση που αξίζει κάποιος να ασχοληθεί μαζί του είτε σαν κουλτούρα είτε σαν υπερήφανα είτε για πολλούς άλλους λογούς που οι εκπαιδευτικοί ξέρουν να τους βρουν και να τους προβάλουν και να τραβήξουν το ενδιαφέρον.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Έλαμψαν με την απουσία τους οι Σαρακατσαναίοι από την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Σήμερα στην παρέλαση της 28ης  Οκτωβρίου είδαμε με καμάρι να παρελαύνουν νέοι και νέες απ' όλη την Ελλάδα.
Λυγερόκορμα παλικάρια και πανέμορφες κοπέλες απ' όλες τις περιοχές της πατρίδος μας παρήλαυναν και με υπερηφάνεια δήλωναν τον τόπο της καταγωγής του. Μακεδόνες, Επτανήσιοι, Πελοποννήσιοι ,  Πόντιοι , Κρητικοί, θράκες και πολλοί άλλοι . Ζητώ συγγνώμη αν αγνόησα κάποιους .
Με ανυπομονησία περιμέναμε να δούμε τα παιδία τα δικά μας . Τους απογόνους του Καπεταν Δίπλα του Κατσαντώνη ,του Καραϊσκάκη ,του Λεπενιώτη του Χασιώτη, του Τσόγκα , του Λιακατά ,και χιλιάδων άλλων αγωνιστών της ελληνικής επανάστασης, τα παιδιά των Σαρακατσαναίων. Αλλά μάταια  Ο σύλλογος Σαρακατσαναίων Φθιώτιδος μας απογοήτευσε για άλλη μια φορά.
Ούτε πέρυσι στην 25η Μάρτιου παρέλασαν οι Σαρακατσαναίοι ούτε πρόπερσι. Τα μέλη του συλλόγου Σαρακατσαναίων Φθιώτιδος (Ο Κατσαντώνης) έχει να δηλώσει την παρουσία του σε εθνική εορτή από το  δυο χιλιάδες πέντε.

Το θέμα δεν είναι ότι δεν παρέλασαν οι Σαρακατσαναίοι αλλά το γιατί .  Ένα γιατί που σίγουρα οι ρίζες του ξεκινούν πριν το δυο χιλιάδες πέντε, απλά τότε το πρόβλημα έγινε αισθητό και σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα προβλήματα σοβαρά και μη.

 Νομίζω ότι οι μόνοι που μπορούν να μας δώσουν απαντήσεις είναι τα Δ.Σ. του συλλόγου τα τελευταία χρόνια.

Και οφείλουν να δώσουν σοβαρές εξηγήσεις σε όλους τους Σαρακατσαναίους του νομού Φθιώτιδος

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Σαρακατσάνικα Επίθετα


Βιβλιογραφία . Αγγελική Χατζημιχάλη: Οι Σαρακατσιάνοι

Αγραφα.docx

Βερμίο.docx

Βαρδούσια.doc

Αττική.doc

Φθιώτιδο.doc

Βοιωτία.doc

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

Οι Καλλιωραίοι

Η παρακάτω ανάρτηση αναφέρεται στους Καλλιωραίους που έχουν Σαρακατσαναίηκή καταγωγή και πατρογονικά κατοικούν στους νομούς Φθιώτιδος και Βοιωτίας .
Κάποτε με τα κοπάδια τους μετανάστευαν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος (Θεσσαλία, Ήπειρο, Μακεδονία) αλλά γύρω στο 1920-30 ακολουθώντας το δρόμο των περισσότερων Σαρακατσαναίων εγκατέλειψαν τις μεταναστεύσεις, και στις δεκαετίες του 50-60 εγκατέλειψαν τον ποιμενικό βίο ορίστηκα και εγκαταστάθηκαν στους δύο παραπάνω νομούς .
Καλό θα ήταν να αναφερθούμε στην προέλευση του ονόματος μας. Έπειτα από μία σχετική έρευνα κατέληξα στα παρακάτω.
 Καλλιωράδες στο Αγρίνιο λένε τους παραμυθάδες -μοραπάδες .
 Καλλιωράδες η Καλαντράδες λένε στην περιοχή του Δομοκού αυτούς που λένε τα Κάλαντα των Θεοφανίων.
Το Καλλιώρας επίσης προέρχεται από την φράση που συνήθιζε κάποιος Καλή ώρα σαν ευχή (ευχόνημο).
Στα πλαίσια της ερευνάς το νομό Φθιώτιδος γνώρισα Καλλιωραίους που κατάγονται από τα χωριά Λιτόσελο και Βίτολη αλλά δηλώνουν ότι δεν έχουν σχέση με τους Σαρακατσαναίους .Οι Καλλιωραίοι της Αταλάντης όμως επιμένουν πως είναι σόι με τους Καλλιωραιους της Βιτολης και του Λιτοσελου.
Στην Άθυμα είχα την τύχη να γνωρίσω κάποιους Καλλιωραίους από τα χωριά της Αργιθέας και αυτοί μου δήλωσαν ότι δεν έχουν σχέση με τους Σαρακατσαναίους ,αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι οι γονείς τους και οι παππούδες τους ασχολιόντουσαν με την κτηνοτροφία και κάνανε μάλιστα και μεγάλες μεταναστεύσεις, πράγμα που το κάνανε οι μεγάλες ποιμενικές φυλές ( Σαρακατσαναίοι, Καραγκούνηδες, Βλάχοι, κ.λ.π.).
Στα πλαίσια της έρευνας επίσης συνάντησα την άποψη ότι  ότι οι Καλλιωραίοι παλιά ονομάζονταν Ζερβαίοι. Αν αυτό είναι αλήθεια σύμφωνα με το γενεαλογικό δέντρο (που θα δούμε παρακάτω) πρέπει να έγινε γύρω στο 1800- 1820.
Την εποχή εκείνη οι προγονοί μας ,ξεχειμώνιαζαν στο Τσαμάλι της Λιβαδειάς και είχαν άλλο όνομα (Ζερβαίοι ?), κάποιος από αυτούς ο Γιώργος είχε την συνήθεια όταν ήθελε να αποχαιρετήσει κάποιον τον αποχαιρετούσε με την ευχή άντε καλή ώρα ,έτσι του έμεινε το παρατσούκλι Καλλιώρας που αργότερα έγινε το κύριο όνομα Καλλιώρας.
Ο Γιώργος Καλλιώρας (Ζέρβας?) που προαναφέραμε σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε είχε τέσσερα αγόρια, (για πόσα κορίτσια είχε, δεν έχουμε πληροφορίες) τον Δημήτρη, τον Σπύρο, τον Χρίστο και τον Βασίλη.
Γύρω στο 1825-30 πρέπει να συνέβη κάποιο σοβαρό γεγονός στην οικογένεια του Γ. Καλλιωρα που ανάγκασε τα παιδιά του να φύγουν από την Λιβαδειά.
Αυτό το γεγονός ήταν τόσο σοβαρό που λέγεται ότι ένα από τα παιδία του Γιώργου Καλλιώρα (άγνωστο ποιος) έφυγε και πήγε στο Αγρίνιο και δεν ξαναγύρισε ποτέ και ότι οι απόγονοι του είναι ακόμη εκεί.
Πρώτος πρέπει να έφυγε ο Σπύρος και πήγε Ντερβένι (σημερινό Καλαμάκι Φθιώτιδος) και να τον ακολούθησε αργότερα ο αδερφός του Χρίστος ,ο δε Μήτρος πήγε στην Αταλάντη, στο Τσαμάλι έμεινε μόνο ο Βασίλης Καλλιωρας.
Αξίζει να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τον Βασίλη Καλλιώρα και τον Σπύρο Καλλιώρα διότι ο βίος τους ήταν πιο διαφορετικός από τα άλλα αδέρφια τους.
Ο Σπύρος όταν πήγε στο Ντερβένι γνωρίστηκε με κάποιον Κώστα Κατσαμάκη η Κουμπάρο (επειδή έκανε πολλές κουμπαριές). Οι δυο τους αποκτήσανε μια καλή φιλία και κάποια στιγμή έγιναν και κουμπάροι. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Λάμπρου Καλλιωρα ο Κατασαμάκης πρόσφερε γη στον Σπύρο Καλλιωρα στη περιοχή του Ντερβενιού.
Επίσης σύμφωνα με την παράδοση ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Κουμπάρος ήταν σταυραδέρφια, επίσης σταυραδερφός τους ήταν και ο Κων. Δ. Λιάκος από την Τσοπαλνάτα (σημερινή Λυγαριά), εγγονός του Ευάγγελου Μπαλατσού αρχικαπετάνιου του 21 και γιος του Δημ. Λιάκου καπετάνιου του 21 από το Καρπενήσι.
Αργότερα στο Ντερβένι ήρθε και ο αδερφός Σπύρου ο Χρίστος ο οποίος πήρε κι αυτός γη από τον Κουμπάρο και εγκαταστάθηκε και αυτός στο Ντερβένι.
Περνώντας το χρόνια ο Σπύρος εξελίχτηκε σε μικροκαπετάνιο της περιοχής που έδρασε από την περιοχή του Ντερβενιού μέχρι το οθωμανικό.
Εκείνη την εποχή η Θεσσαλία ήταν υπό Οθωμανική κατοχή και γινόντουσαν πολλές προσπάθειες για την απελευθέρωση της .
Συνεπαρμένοι από αυτή την ιδέα ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Λιάκος αποφάσισαν να μπουν στην Θεσσαλία να προκαλέσουν θέμα για να ξεκινήσει η επανάσταση της Θεσσαλίας.
Πήγαν και βρήκαν δύο καπεταναίους της περιοχής τον Λίγκα και τον Φαρμάκη (πιθανών από την Μοσχοκαριά) και μαζί τους ξεκίνησαν για την Θεσσαλία.
Όλοι μαζί έφτασαν μέχρι την Μάντρα Τρικάλων, εκει από τυχαίο γεγονός σκότωσαν έναν τούρκο χωρικό που είχε πάει ε το μουλάρι του να μαζέψει ξύλα. Όταν το μουλάρι γύρισε πίσω οι δικοί του ανησύχησαν και ειδοποίησαν τον στρατό. Ο τούρκικος στρατός της περιοχής είχε πληροφορίες ότι υπάρχουν αντάρτες στο βουνό και κατάφερε το βράδυ να περικυκλώσει τους Έλληνες χωρίς αυτοί να τους αντιληφθούνε.
Από την πλευρά των Ελλήνων όταν σκοτώθηκε ο τούρκος χωρικός κάποιοι είπαν να φύγουν ,άλλοι είπαν να μείνουν εκεί. Ξέρουμε ότι μία ομάδα από αυτούς έφυγε οι υπόλοιποι έπεσαν και κοιμήθηκαν (Ανάμεσα τους ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Λιάκος) .Το πρωί όμως που ξύπνησαν διαπίστωσαν ότι ήταν περικυκλωμένοι από τούρκους στρατιώτες. Ξέρουμε ότι από την μάχη που ακολούθησε από τους περικυκλωμένους Έλληνες δεν γλίτωσε κανένας.
Από την μάχη αυτή βγήκε το τραγούδι (Τι τ' αθελες βρε Λίγκα τι τα' άθελες Φαρμάκη).
Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Λάμπρου Καλλιώρα ,όταν οι συγγενείς του Κ. Λιάκου πήγαν να πάρουν το πτώμα του ,βρήκαν όλα τα πτώματα των Ελλήνων πεταμένα σε ένα ρέμα μισοφαγωμένα από τ' αγρίμια.
Όταν ο Σπύρος Καλλιώρας έφυγε για την Θεσσαλία άφησε πίσω του δύο κόρες την Κωστάντω και την Δήμητρα. Η Κωστάντω παντρεύτηκε στο Ντερβένι με τον Βασίλη Λαμπρόπουλο και η Δήμητρα παντρεύτηκε δύο φορές. Στον πρώτο της γάμο παντρεύτηκε με κάποιον Σταυρογιάννη και κάνανε ένα γιο τον Χρίστο ο οποίος με την σειρά του παντρεύτηκε την Δήμητρα Μπλέτζα.
Στον δεύτερο γάμο της παντρεύτηκε με τον Κώστα Κουκούλη , και κάνανε δύο παιδιά την Ελένη και τον Σπύρο.
Ο Βασίλης ήταν ο μόνος που έμεινε στο Τσαμάλι πιθανών για να φυλάει τους γονείς τους. Απ'  ότι ξέρουμε ο Βασίλης Καλλιώρας ήταν άνθρωπος ιδιόρρυθμος (γιαυτό και οι πράξεις του έμειναν ζωντανές στη μνήμη των απογόνων του). Κάποια στιγμή εγκατέλειψε την οικογένεια του και το κοπάδι και κατέβηκε στην Λιβαδειά σε αναζήτηση καλύτερης τύχης , εκεί ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα για να μπορέσει να ζήσει ,ένα από αυτά ήταν και το επάγγελμα του σιδερά.
Γρήγορα όμως απογοητεύτηκε από την ζωή της πόλης την εγκατέλειψε και ξαναγύρισε στην οικογένεια του και στο κοπάδι.
Εκεί στο Τσαμαλι ερωτεύτηκε μία όμορφη βοσκοπούλα από το σόι των Ζερβαίων.
Κάποια μέρα όταν η νεαρή βοσκοπούλα πήγε στην πηγή με την βαρέλα να πάρει νερό Βασίλης πήγε και της μίλησε. Αυτή τότε έκοψε μόνη της μία κοτσίδα από τα μαλλιά της και ξαναγύρισε στο κονάκι.
Όταν την ρώτησαν η δικοί της άνθρωποι ποιος της έκοψε την κοτσίδα αυτή απάντησε ότι την έκοψε ο Βασίλης Καλλιώρας και όταν οι δικοί της την ρώτησαν αν θέλει να τον παντρευτεί αυτή απάντησε καταφατικά. Έτσι ο Βασίλης παντρεύτηκε την Μαρία Ζέρβα και έκανε πέντε παιδιά τον Γιώργο ,τον Νίκο, μία κόρη που δεν καταφέραμε να μάθουμε πώς λέγεται ,μάθαμε μόνο ότι παντρεύτηκε στη Λιβαδειά με κάποιον Χαρίση, τον Σπύρο (ο οποίος θα πρέπει να γεννήθηκε μετά τον θάνατο του θείου του Σπύρου στην Θεσσαλία και να πήρε το όνομά του) και τον Κώστα (Κονή).
Όταν ο Βασίλης Γ. Καλλιώρας και η γυναίκα του μεγάλωσαν αρκετά άρχισαν να σαπίζουν οι σάρκες τους πάνω από τους ώμους. Όταν πλέων ήταν ανήμποροι να φροντίσουν την οικογένεια τους αποφάσισαν να παντρέψουν το ένα από τα αγόρια της οικογένειας για να μπει μία γυναίκα στην οικογένεια και να φροντίζει τους υπόλοιπους.
Αν και ήταν σε μικρή ηλικία ο Γιώργος παντρεύτηκε την Γιαννούλα Κονδύλη ,αλλά δεν κάθισε και πολύ στην Λιβαδειά πήρε την οικογένεια του και το μερίδιό του και έφυγε για την Λαμία, όπου ήταν ήδη ο θείος του Χρήστος και οι δύο κόρες του Σπύρου παντρεμένες στο Καλαμάκι. Από τους απογόνους του Γιώργου Καλλιώρα οι περισσότεροι ζουν σήμερα στο Αυλάκι στην Λαμία ,στον Δομοκό στη Στυλίδα, στη Μεγάλη Βρύση ,στη Ροδίτσα, στον Άγιο Κωνσταντίνο, στον Βόλο, στα Τρίκαλα, Χαλκίδα, και στην Αθήνα.
Αργότερα τον Γιώργο τον ακολούθησε και ο αδερφός του Κώστας (Κονής) που ήταν παντρεμένος με την Παρασκευή Χατζή , οι απόγονοί του ζουν σήμερα στο Φρατζόμηλο ,στη Φραντζή ,στις Κομποτάδες, στην Αγία Παρασκευή ,στην Μεγάλη Βρύση , στο Αυλάκι, στη Στυλίδα, στη Λαμία, στη Λιβαδειά ,στην Αλίαρτο στο Παύλο, στον Ελαιώνα και στην Αθήνα.
Στο Τσαμάλι έμεινε ο Νικολάκης και ο Σπύρος για λίγο ακόμη.
Ο Νικολάκης Καλλιώρας ήταν παντρεμένος με την Δήμητρα Ντόγανου ,από τους απογόνους του σήμερα οι πιο πολλοί ζουν στον Διόνυσο ,στον Έξαρχο ,στην Δαύλεια ,στην Αγία Παρασκευή ,στον Ορχομενό, στη Λιβαδειά ,στην Τραγάνα, στην Πλάκα Φθιώτιδος ,στη Δαμάστα Φθιώτιδος, στην Καρδίτσα ,στην Θεσσαλονίκη ,και στη Αθήνα.
Πολύ αργότερα τους άλλους Καλλιωραίους ακολούθησε στη Λαμία και ο Σπύρος. Από τους απογόνους του οι ποιο πολλοί σήμερα ζουν στην Λαμία και στην Αθήνα λίγοι στο Αυλάκι ,στην Αγία Παρασκευή ,στη Στυλίδα ,και στις Τσουκαλάτες Βοιωτίας.
Η αδερφή τους όπως είπαμε ήταν παντρεμένη με κάποιον Χαρίση από την Λιβαδειά κάνανε μία κόρη την Βαγγελιώ που παντρεύτηκε με τον Κώστα Αραπαντζίκο και κάνανε έξι παιδιά .
Από τους υπόλοιπους Καλλιωραίους ο Μήτρος όπως είπαμε πήγε στην Αταλάντη και έκανε πέντε παιδιά τον Γιώργο που πήρε γυναίκα από το σόι των Τζηναίων ,τον Κώστα που παντρεύτηκε με την Αθηνά Σεϊντή , την Ελένη που παντρεύτηκε με τον Μιλτιάδη Καρακικέ ,την Βαγγελίτσα που παντρεύτηκε με τον Κώστα Γουλοδίμο και τον Νίκο που πήρε γυναίκα από το σόι τον Δοσαίων.
Ο Γιώργος έκανε τέσσερα παιδιά, την Κυριακούλα ,την Παναγιού ,τον Δημήτρη και τον Θεοχάρι. Η Κυριακούλα παντρεύτηκε τον Κ. Σάλτα και εγκαταστάθηκε στο Καραξύνι της Λιβαδειάς, τα εγγόνια της σήμερα ζουν στην Αθήνα, η Παναγιού παντρεύτηκε με τον Γιώργο Πουρνάρα και εγκαταστάθηκε στο Αυλάκι Φθιώτιδος όπου ζουν σήμερα η Κόρη της Κωσταντούλα και τα παιδιά της, ο Μήτρος Καλλιώρας παντρεύτηκε με την Αλέξω Γκουτζούνη και εγκαταστάθηκε στην Λυγαριά Φθιώτιδος όπου ζουν σήμερα ο γιος του Παναγιώτης και η κόρη του Κωστάντω, ο Θεοχάρης έμεινε μαζί με την αδερφή του Παναγιούλα στο Αυλάκι όπου και αποβίωσε.
Οι απόγονοι του Κώστα Δ. Καλλιώρα ζουν σήμερα στη Θήβα, στα Βάγια και στα χωριά Πλατανάκια ,Ύπατο, Δροσιά και Βαθύ.
Από τους και οι απόγονοι της Ελένης Δ. Καλλιώρα-Καρακικέ οι περισσότεροι ζουν σήμερα στις Θερμοπύλες στο Γοργοπόταμο ,στη Οβριακή, στο Μαυρονέρι ,στη Δαμάστα, στη Σκάρφεια, στο Παύλο, στην Λαμία στη Θήβα, στον Αλμυρό Μαγνησίας, στην Κατερίνη, στη Θεσσαλονίκη, στη Αθήνα και στη Γερμανία.
Οι απόγονοι της Βαγγελίτσας Δ. Καλλιώρα-Γουλοδήμου ζουν σήμερα στις Βαρδάτες το Νέο Κρίκελο στις Θερμοπύλες ,στη Μαγνησία, στον Άγιο Γεώργιο Δομοκού, στο Κόμμα στη Μεγάλη Κάψη, στη Μεγαλούπολη στην Λαμία και την Αθήνα.
Από τους απογόνους του Νίκου Δ. Καλλιώρα οι περισσότεροι ζουν στη Αταλάντη εκτός από τον και τον Αριστείδη Ν. Καληώρα που πήγε στην Τσοπαλνάτα (Λυγαριά) από τους απογόνους του Αριστείδη στην Λυγαριά ζει σήμερα η κόρη του Μαρία και τα παιδιά του Δημήτρη Καλλιώρα, ο Νίκος και η Ελευθερία κατοικούν στην Νέα Μαγνησία, οι υπόλοιποι μένουν στην Αταλάντη ,στο Κάστρο ,στα Χανιά ,στο Διόνυσο, στον Έξαρχο, και στις Λιβανάτες.
Από τους απογόνους του Χρίστου Γ. Καλλιώρα που πήγε και αυτός στο Καλαμάκι, πολλοί λίγοι ζουν σήμερα εκεί, οι περισσότεροι έχουν σκορπιστοί στην Λαμία ,στην Στυλίδα ,στην Στίρφακα, στον Σταθμό Λιανοκλαδιού, στον Παλαμά Φθιώτιδος, στην Αθήνα, και στην Αμερική.

Σήμερα οι Καλλιωραίοι έχουν την δική τους ιστοσελίδα στην διεύθυνση: (http://clubs.pathfinder.gr/Kalliorasclub)



Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Τα τσελιγκάτα στα βουνά και στους κάμπους της Φθιώτιδας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Βιβλιογραφία

Αγγελική Χατζημιχάλη οι «Σαρακατσάνοι».

 Στατιστικοί πίνακες - Στερεά και Θεσσαλία σελ 296-297

 

Φθιώτιδα

Οροσειρά Οίτη

 

 

Α.α

Τσελιγκάτα

Οικογένειες

Γιδοπρόβατα

Χειμερινή κατασκήνωση

Καλοκαιρινή κατασκήνωση

 

Τσαμαδιάς Β. Κωσταν.

5

1500

Μεγάλη Βρύση Λαμίας

Οίτη

 

Τσαμαδιάς Β. Γεώργιος

5

1500

---

---

 

Μπακογιάννης Κ. Αλέξανδρος

10

1300

Αυλάκι

-----

 

Καπετάνακος Χρ. Σπύρος

7

700

Δαϊτσά

------

 

Κωστής Γ. Θεωδ.

5

600

Στίρφακα

-----

 

Κούτρας Αντώνης

15

2500

----

----

 

Ζιάκας Δημήτριος

15

2000

Φραντζί

-----

 

Καλιούρας Δημ.

12

1400

Αυλάκι

-----

 

Κουνούκλας (Αθ) Ιωαν.Παν. Γεωρ. Δημ. Κως.

5

600

Λοφίσιον

Μαριολάτα Γκιώνας

 

Κουνούκλας   Γεώρ. Παν.

1

140

-----

-----

 

Κουνούκλας Δημ. Αλεξ.

1

110

------

------

 

Κουνούκλας Δημ. Ηλίας

1

100

------

-----

 

Κωστούλας Ιωάννης

1

100

-----

-----

 

Καραμπάς Ιωάν.

1

100

------

-----

 

Αραπατσάκος Ν Κως.

        3

600

Τσαμάλη Ορχομενού

Παύλιανη Οίτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οροσειρά Όθρυς

Μεταξύ Λαμίας- Αλμυρού- Δομοκού- Φαρσάλων

Στατιστικοί πίνακες - Στερεά και Θεσσαλία σελ 300-301

 

 

αα

Τσελιγκάτα

Οικο-

γένειες

Γιδο-

πρόβατα

Καλοκαιρινή κατασκήνωση

Χειμερινή κατασκήνωση

 

Επίσκοπος Κων.

35

4500

Λαμία

Όθρυς

 

Κούτρας Αθ.

20

2000

Στυλίδα

-----

 

Μπούχρας Χρις.

30

4500

---

------

 

Σούτης Ιωάν.

3

450

Βελανιδιά Αγχιάλου

Ανάβρα (Γαύρα) Όθρυς

 

Σιούκας Βας

1

200

Τελτεςζή Θεσσαλίας

----

 

Τσαλάγκας Γιάν.

1

150

Ράχες Στυλίδας

----

 

Στεργίου Χρ

3

450

---

----

 

Γίτσας Ευάγ.

1

150

----

----

 

Λιανός Βας.

2

175

---

-----

 

Τσαλάγκας Κων. Καια Χαραλ.

2

350

-----

----

 

Μπίκος Θεωδ. Και Γιωρ.

2

150

----

---

 

Τασούλας Δημ. Αλεξ.

2

350

------

-------

 

Τουμπαλέξης Σπύρος ,Βας.

3

300

------

-----

 

Καπούλας Δημ.

2

200

------

-----

 

Γρίνιας Στέργιος

2

150

------

-----

 

Τσαμπίρας Βας.

1

100

------

-----

 

Τιμπαλέξης

1

150

------

-----

 

Καλύβας Γεωρ.

1

150

------

------

 

Μπούχρας Δημ.

1

170

------

------

 

Ζαρογιάννης Αθαν

2

250

------

------

 

Τασούλας Γιάννης

1

150

------

------

 

Καλοδήμος Δημ.

4

380

Στυλίδα

--------

 

----- Γεωρ ,Στερ., Βας.

3

400

------

-------

 

Ζωγάκης Δημ. Γιάν.

2

250

------

-------

 

Μπελτεγρής Ευάγ. Γιώρ.

2

300

-----

-------

 

Γούσιας Γιώργος

1

150

------

-------

 

Λιανός Βας.

1

100

------

-------

 

Γεωργούσης Κων

1

200

-----

------

 

Χριστολδούλου Ανας.

1

180

------

------

 

Γκίτσας  Θεωδ.

2

250

------

-------

 

Μπελτεγρής Χρίς.

1

150

------

-------

 

Καλύβας Δημ.

1

159

Αχινός Στυλίδος

-------

 

Μπούχρας Παν . Σταθ. Γεωρ

3

450

------

--------

 

Μλούνας Γιάν Σωτ, Γιώρ. Θαν.

4

550

------

------

 

Μπούχρας Κως. , Χρις.

2

300

------

-------

 

Σαρογιάνης  Κως.  Γιαν.

1

200

------

-------

 

Χαρίσης  Γιωρ. του  Δημ.

1

150

-----

-------

 

Μπαμπαλής Ευάγγελ.

4

500

------

-------

 

Γεωργούσης Δημ

1

170

------

-------

 

Καραϊσκος Θύμιος

20

4000

Πελασγία Φθιώτιδος

-----

 

Κουτσής Γεώρ.

4

1000

Τσαμάλι Ορχομενού

------

 

Χαλβαντζή

αδερφοί

2

200

Παύλος Ορχομενού

Νεζερο

Όθρυς

 

Σύνολα

303

41600

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οροσειρά  Καλλίδρομο Χλωμός

Από σιδηροδρομική γραμμή προς Αταλάντη

 Στατιστικοί πίνακες - Στερεά και Θεσσαλία σελ 294-295

 

 

 

Α.α

Τσελιγκάτα

0ικογένειες

Γιδο

πρόβατα

Χειμερινή κατασκήνωση

Καλοκαιρινή

κατασκήνωση

 

Σπαθούλας (Παν) Γιώργος

15

1900

Κοτσέκι Λαμίας

Καλλίδρομο

 

Χαλβαντζής Ιωάννης

14

1800

 

------

 

Παταριάς Νικ.

11

1700

Μώλος

-----

 

Λιοντάρης Αθαν.

13

1600

Άγιος  Σεραφείμ

-----

 

Κλεφτογιάννης Χρις.

9

1400

Άγιος Σεραφείμ

-----

 

Ποντίκας Κως.

8

1200

Άγιος Κωνσταντίνος

-----

 

Τσαπρούνης Ιωάν. Και Κων.

2

300

Ακόντιο Χαιρώνειας

Δρονίτσα Καλλιδρόμου

 

Καραϊσκος Θαν. Ιωαν. Δημ. Νικ. Κων.

4

850

 

-----

 

Γκόβαρης Δήμος και Θαν.

2

500

Χαιρώνεια

Καλλίδρομο

 

Κωνής Ιωάννης

3

300

 

Καριά Χλωμού

 

Δόγανος Δημ.

2

300

Μελίσσι Χαιρώνειας

Παλαιοχώρι Καλλιδρόμου

 

Τασούλας Πέτρος

2

200

 

------

 

Μπουραζάνας Άγγελος

1

150

Χαιρώνεια

------

 

Σύνολα

139

19.200

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο παρακάτω πίνακας αναφέρεται σε Σαρακατσαναίους που είναι μόνιμα εγκατεστημένοι ως γεωργοκτηνοτρόφοι. Ασχολούνται περισσότερο με την γεωργία και έχουν υποβοηθητικό επάγγελμα την κτηνοτροφία . Τα λίγα κοπάδια τους βόσκουν χειμωνοκαλοκαιρο στις περιοχές όπου μένουν .Αλλά και σε άλλα χωριά της Φθιώτιδας -Φωκίδας που δεν αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα όπως πχ. Αυλάκι ,Φραντζί, Κομποτάδες,Μεξιάτες, Παλιοχώρι (Γραβιάς) κλπ όπου αρκετοί Σαρακατσαναίοι είναι εγκατεστημένοι μόνιμα ως γεωργοκτηνοτρόφοι

 

 

Α.α.

Τσελιγκάτα

Οικογέ-

νειες

Γιδο-

πρόβατα

κατασκηνώσεις

 

Κοντογιώργος Παναγιώτης

10

1200

Λυγαριά Λαμίας

 

Ντέσκος Χρίστος

15

1500

Αγριελιά Λαμίας

 

Τσεκούρας Δημήτριος

15

1200

Δίβρη Λαμίας

 

Κάτσανος Απόστολος

10

1100

Μεγάλη Βρύση

 

Μπεσύρης ή Φορτάτος Κων.

5

150

Άγιος Κωνσταντίνος

 

Τσαμαδιάς Πέτρος και Θύμιος

2

100

------

 

Ανάστος Βαγγέλης και Ανας.

2

100

------

 

Τσάκαλος Χρήστος

5

150

-----

 

Τσαμαδιάς Απ. Και Ιωαν.

2

230

-----

 

Τζοάνος  Δημ

3

200

------

 

Τζοάνος Ιωάννης

3

150

----

 

Μουστάκας Γεώργιος

1

100

------

 

Γκατζούνης Γεώργιος

1

100

------

 

Θελούρας Ιωάννης

1

100

------

 

Τσαμαδιάς Γεώργιος

3

250

-----

 

Γιολάννης Αθανάσιος

1

50

-----

 

Μπαχλαβάς Ιωάννης

3

350

------

 

Μακρυγιάννης Κώστας και Χαρ.

3

200

Λογγός

 

Τραχανάς Κώστας

2

100

-------

 

Μόσχος Χαρ.

3

150

-------

 

Ποντίκας Νικ. Κως.Αθ.

3

100

-------

 

---          Κων.

2

100

------

 

Μπεζάκης Ευάγγελος και Αθανάσιος

2

50

-------

 

Σιρακιώτης Αθανάσιος

4

75

------

 

Καρανάσιος Νικ.

1

50

-----

 

Μπεζίρης Βαγγέλης  και αδερφοί

4

200

-----

 

Κατσίκας  Κως.

3

280

-----

 

------     Ηλίας Θανάς,

2

50

----

 

Κούτρα Αδερφοί

3

150

Αταλάντη

 

Παλιαλέξης Χρις. Και Δημ.

3

150

------

 

Ζυγοκώστας Δημ,

1

25

-----

 

Μπαχλαβάς Νικ. Αλέξ. Ανδρ.

7

350

Καινούργιο ( Καμένα Βούρλα)

 

Πανόπουλος Αθ.

1

50

-----

 

Κοντοπάνου αδερφοί

3

120

-----

 

Μπεζάτσης Παν

3

200

-----

 

Πεινασμένος Παν  και Θαν.

2

75

-----

 

Σπαθάρας Παν και Κώστας

2

75

-----

 

Παταριά  αδερφοί Καλτσάς Κων. Λεονταρής Θαν. Κουνούκλας  Γιώργης Κλεφτογιάννης Χρ και Γιάννης , Μπατσογιάννης Χρίστος και Γιώργης, Κυρλής Νικ.

10

600

Άγιος Σεραφείμ Λαμίας

 

Θυμιογιώργος Γιώργης

1

50

Σκαρφεια Λοκρίδας

 

Γαλάνης Κως., Θαν. Χρ. Νικ.

4

300

------

 

Κουτσουρός Νικ.

1

50

------

 

Μουστάκας  Νικ.

1

50

--------

 

Σαρακιώτη αδερφοί

2

100

-------

 

Ζιάκα αδερφοί

2

100

------

 

Σπανός Παν.

1

50

------

 

Λέντας Κώς. Γιάν., Γρηγ. Θεωδ. Ηλίας

5

200

------

 

Σύνολο

248

18310

 

 

 

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Τι είναι η σαρακατσαναίηκη παράδοση

Μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και στις δεκαετές 1950-60 χάθηκε για πάντα μία μεγάλη ποιμενική φυλή που τα μέλη της αποκαλόντουσαν Σαρακατσαναίοι.

 Η  παραπάνω φυλή έζησε και επιβίωσε στον χώρο της βαλκανικής για πολλές χιλιάδες χρόνια σύμφωνα με πολλούς ανθρωπολόγους και κοινωνιολόγους. Μαζί τους δυστυχώς χάθηκε και μία τεραστία λαϊκή παράδοση.
Σήμερα πολλοί σύλλογοι Σαρακατσαναίων σε όλη την Ελλάδα προσπαθούν να διασώσουν οτιδήποτε μπορούν από αυτή την τεράστια παράδοση  . Αλλά εδώ τίθεται το ερώτημα πως θα σώσεις μια τόσο μεγάλη παράδοση την στιγμή που δεν ξέρεις ακριβώς ποια είναι αυτή η παράδοση και όχι μόνο , πολλοί από εμάς δεν ξέρουμε καν ποιοι ήταν πραγματικά οι Σαρακατσαναίοι.

Υπάρχουν πολλοί Έλληνες ανάμεσα τους και πολλοί Σαρακατσαναίοι που αν τους ρωτήσεις τι ήταν οι Σαρακατσαναίοι, θα σου απαντήσουν απλά ότι ήταν τσοπάνηδες στα βουνά, χωρίς να σκεφτούν ποτέ ποια λαϊκή παράδοση έφερναν μαζί τους αυτοί οι αγέρωχοι κάτοικοι των βουνών.
Αλλά και εμείς, που λέμε ότι είμαστε Σαρακατσαναίοι ,καθίσαμε ποτέ να σκεφτούμε ποιοι ήταν πραγματικά οι πρόγονοι μας την εποχή που αποτελούσαν ξεχωριστό κοινωνικό σύνολο μέσα στην ελληνική κοινωνία;
Από πού ήρθαν, πως ζούσαν, τι έτρωγαν , γιατί ήταν απομονωμένοι από τους υπόλοιπους Έλληνες , ποιους κανόνες και άγραφτους νόμους εφάρμοζαν για να διατηρούν τις απαιτούμενες ισορροπίες της σκληρής κοινωνία τους, πώς ντυνόντουσαν, τι φορούσαν πριν φορέσουν φουστανέλα ,τι μουσικά όργανα χρησιμοποιούσαν, τα τραγούδια τους και οι χοροί τους κάτω από ποιες συνθήκες δημιουργήθηκαν, επηρεάσθηκαν από τους υπόλοιπους έλληνες και κατά πόσο και που έμαθαν τόσα πολλά πράγματα γύρω από την χλωρίδα και την πανίδα της Ελλάδος και τέλος πάντων τι ήταν εκείνο που τους έκανε να επιβιώσουν τόσες χιλιετίες κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες;
Σήμερα εμείς οι νεότεροι Σαρακατσαναίοι μαζευόμαστε σε ένα σύλλογο ή πάμε σε κάποιο αντάμωμα ακούμε ή τραγουδάμε διάφορα τραγούδια που λέμε ότι είναι σαρακατσαναίηκα , ακούμε διάφορα μουσικά όργανα που λέμε ότι είναι σαρακατσαναίηκα, φοράμε διάφορες παραδοσιακές στολές που λέμε ότι είναι σαρακατσαναιηκες χωρίς να ξέρουμε κατά πόσο όλα τα παραπάνω αντιπροσωπεύουν την παράδοση μας.
Κατά την προσωπική μου άποψη σήμερα τα ανταμώματα έχουν μετατραπεί σε πανηγύρια , όπου παίζονται διάφορα μουσικά όργανα και μαζί με τα παραδοσιακά μας τραγούδια ακούγονται και διάφορα αλλά δημοτικά τραγούδια από όλα τα μέρη της Ελλάδος, που δεν έχουν σχέση με την μουσική παράδοση της φυλής μας.
Επίσης παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των διάφορων Σ. συλλογών ,το μόνο που έχει διασωθεί από το σύνολο της Σ. παράδοσης είναι να ένα μικρό κομμάτι που λέγε μουσική παράδοση.
Όμως η Σ. παράδοση δεν είναι μόνο τα τραγούδια και οι χοροί αλλά ήταν ο συγκεκριμένος τρόπος ζωής των προγόνων μας που μεταδίδονταν από πατέρα σε γιο, από μάνα σε κόρη, από γιαγιά και παππού σε εγγονό και περιελάμβανε ,μύθους, παραμύθια, αινίγματα, ηρωικές πράξεις συγγενών και προγόνων , οικογενειακή ιστορία, προλήψεις, τρόπους συμπεριφοράς, κανόνες ηθικής κλπ .

Υ.Γ. Πενήντα με εξήντα χρόνια μετά το την εξαφάνιση της σαρακατσαναίηκης φυλής σαν ξεχωριστό κοινωνικό σύνολο μέσα στην ελληνική κοινωνία , πρέπει να συνυδητοποιήσουμε ότι είμαστε η εσχάτη γενιά Σαρακατσαναίων που έχει προσωπικές εμπειρίες από την πραγματική σαρακατσαναίηκη ζωή και ότι ο ρόλος μας και οι ευθύνες μας είναι τεράστιες και ότι είμαστε η γενιά που πρέπει να πάρει τις σωστές αποφάσεις που θα καθορίσουν και θα εξασφαλίσουν το μέλλον της φυλής μας.
Ήδη χάθηκαν πενήντα έως εξήντα χρόνια άδικα. Εκείνο που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας είναι ότι η φυλή μας υπήρξε και επιβίωσε κάποτε κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες ,υπάρχουμε σήμερα, αλλά αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε τους προγόνους μας πρέπει να υπάρχουμε και στο μέλλον. Για να το καταφέρουμε όμως αυτό πρέπει να γνωρίζουμε καλά τι είναι σαρακατσαναίηκη παράδοση με όλη την σημασία του όρου και να συνειδητοποιήσουμε ότι η παράδοση μας δεν είναι μόνο τραγούδια χοροί και φαγοπότια ,γιατί αν δεν το συνειδητοποιήσουμε είναι θέμα χρόνου πότε θα εξαφανιστούμε για πάντα.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο καπετάν Δίπλας

Ο Δίπλας ήταν μία από τις ιστορικότερες μορφές της κλεφτουριάς του 18ου και 19ου  αιώνα .

Στον Ασπροπόταμο και στα Άγραφα .Στο  κλαρί βγήκε σε ηλικία δεκαεπτά ετών στην αρχή πολέμησε μαζί με τους Κοντογιανναίους και τους Μπουκουβαλαίους , αλλά όταν έγινε εικοσιένα ετών έκανε δικό του σώμα , διακρινόταν για την σύνεση και το στρατηγικό του μυαλό, εθεωρείτο μάλιστα ο αρχηγός όλων των κλεφτών. Έδρασε στην Ακαρνανία ,στον

Ο Fayrier στα (Ελληνικά δημοτικά τραγούδια γράφει): Ο Δίπλας ένας των καπιτάνων της Ακαρνανίας και των Αγράφων ,έζησε περί το τέλος του περασμένου αιώνος. Είχε είδη αποκτήσει μεγάλη πείρα και εθεωρείτο ο αρχηγός όλων των κλεφτών των χρόνων του και της περιοχής του , όταν ο περίφημος Κατσαντώνης άρχισε να διακρίνεται και κατέληξε να τον επισκίαση.
Κοντά του μαθήτευσαν άλλοι μεγάλοι αρματολοί και κλέφτες ώσπου έφτιαξαν δικά τους ένοπλα σώματα, όπως ο βαφτισιμιός του και ανιψιός του Αντώνης Κατσαντώνης με τ'; αδέρφια του Κώστα Λεπενιώτη και Γιώργο Χασιώτη επίσης ο Τσόγκας , ο Καραγιανάκης , ο Καραϊσκάκης κλπ.
Και εδώ πρέπει να τονίσουμε την συνεισφορά του Καπετάν Δίπλα στον αγώνα . Ο Δίπλας ήταν συνετός, ανδρείος ,έξυπνος και άριστός γνώστης της τέχνης του κλεφτοπολέμου, και αυτές τις γνώσεις του τις παρέδωσε και στους μαθητές του.

 

Οι παραπάνω χαρακτηρισμοί αποδεικνύονται από τις παρακάτω αφηγήσεις.

 

Ο Δ.. Σταμέλος γράφει :Ο Δίπλας πολύπειρος ,κλέφτης έβλεπε πως ο βαφτισιμιός του , το νιοβλαστάρο της κλεφτουριάς θα στεκόταν από εδώ και πέρα το ασύγκριτο ταμπούρι της Ρωμαίικης αρματωσιάς. Και του δίνει την θέση του ,για να μπει ο ίδιος απλός πολεμιστής στο Κατσαντωναίοικο φουσάτο που όλο μεγαλώνει ,σε νομάτους και αντρειοσύνη.
Έτσι ο Καπετάν Δίπλας γέρος πλέων ,έπειτα από μισό αιώνα αγώνων ως καπετάνιος παραδίδει την αρχηγεία στον αξιότερο από τα παλικάρια του τον Αντώνη Κατσαντώνη.

 

Ο Κ. Κωτσοκάλης συνεχίζει :Νηφάλιος και νουνεχής ο Δίπλας ,προκειμένου να υπηρετήσει την ιδέα του έθνους που την αντιπροσώπευε τότε ο Κατσαντώνης ακολούθησε τον δρόμο της θυσίας .Σε μια μεγαλειώδη έξαρση πατριωτισμού παραμέρισε την προσωπική του φιλοδοξία ,θυσίασε αγόγγυστα τον εαυτό του και παρέδωσε την αρχηγία.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι διάφορες παραλλαγές.


Τρία πουλάκια κάθονται στου Δίπλα το ταμπούρι
μοιρολογούσαν κι'; έλεγαν μοιρολογούν και λένε.
Σήκου Δίπλα μ'; να φύγουμε σ'; άλλα βουνά να πάμε.
Πολλή τουρκιά μας πλάκωσε μαύρη σαν καλιακούδι.
Ας  τους πουλί μ'; κι'; ας έρχονται και να περνοδιαβαίνουν
να ιδούν του Δίπλα το σπαθί , του Δίπλα το ντουφέκι.

Το λέν'; οι κούκοι στα βουνά και οι πέρδικες στα πλάγια,
το λέει και ο πετροκότσυφας στα κλέφτικα λημέρια.
Οι κλέφτες σκορπίσανε και γίνανε μπουλούκια.
Ο Δίπλας πάει στ'; Άγραφα κι ο Αντώνης πάει Βάλτο.
Κι ο Νάσος
[1] πέρα πέρασε κατά τα Βλαχοχώρια,
για να βαφτίσει ένα παιδί ,να πιάσει μια κουμπάρα.

Τρία πουλάκια κάθονται στου Δίπλα το ταμπούρι,
μοιρολογούσαν κι έλεγαν μοιρολογούν και λένε
Σήκου Δίπλα μ'; να φύγουμε σ'; άλλα βουνά να πάμε.
Πολλή τουρκιά μας πλάκωσε μαύρη σαν καλιακούδι.
Ας'; τους πουλί μ'; κι ας έρχονται και να περνοδιαβαίνουν
να ιδούν του Δίπλα το σπαθί , του Δίπλα το ντουφέκι.

Ένα πουλάκι λάλησε στου Δίπλα το ταμπούρι,
δεν ελαλούσε σαν πουλί , σαν ούλα τα πουλάκια ,
μόνο λαλούσε κ'; έλεγε μ'; ανθρώπινη λαλούλα .
-Μην είναι ο Τσόγκας πού'; έρχεται ,μην είναι ο Λεπενιώτης ;
-Μηδέ ο Τσόγκας έρχεται μηδέ ο Λεπενιώτης ,
Μον'; είναι ο Μαχουρντάραγας με δυο και τρεις χιλιάδες.
Φέρνει κι ασκέρι διαλεχτό ,ούλο τσοχανταραίους .
Στα δόντια παίρνουν το σπαθί , στο χέρι το ντουφέκι.
Ας έρχονται οι παλιότουρκοι εμείς τους καρτερούμε .
Εδώ είναι του Αντώνη το σπαθί του Δίπλα το Νταλιάνι.
Και ο Δίπλας τότε χούγιαξε και ο Δίπλας τότε λέει:
-Πούστε παλικάρια μου , παλιοί μου μπουλουκτσήδες,
αντέτι πιάστε , κάμετε σ'; αυτούς τους γουρνομήτες.
Για σύρτε τα λαφριά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια.
Γιουρούσι κάναν με σπαθιά,
παίρνουν τους τούρκους ομπροστά , ομπροστά σαν βουκολογελάδια
σαν την κοπή τα πρόβατα, σαν την κοπή τα γίδια.
Διακόσιους Τούρκους σκότωσαν και κ'; εξήντα λαβωμένους.

Του Δίπλα οι φίλοι έλεγαν και τον παρακαλούσαν .
-Σήκω να φύγεις , Δίπλα μου ,πάρε τον Κατσαντώνη,
τι Αλή Πασσας σας έμαθε ,στέλνει τον Μουχουρδάρη
Και τα λημέρια φώναξαν όσο κι αν ημπορούσαν:
Ο Μουχουρδάρης έρχεται με τέσσαρες χιλιάδες .
Φέρνει Αρβανίτες του Πασσά ,τους τσοχαδαραίους,
στα δόντια φέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα ντουφέκια.
Ο Δίπλας ζωντανός ,πόλεμο δεν φοβάται ,
Έχει λεβέντες διαλεχτούς ,όλους Κατσαντωναίους.
Τρων ΄ το μπαρούτι για ψωμί , τα βόλια για προσφάγι.
Σφάζουν τους τούρκους σαν τραγιά κι αγάδες σαν κριάρια.

Του Δίπλα οι φίλοι λέγανε και τον παρακαλούσαν .
-Σήκω να φύγεις Δίπλα μου , με ους Κατσαντωναίους ,
σας έμαθε ο Αλή Πασάς και στέλνει να σας πιάσει
ένα κακό δερβέναγα τον Άγο Μουχουρνάρη.
Τον λόγο δεν απόκειοσαν, τον λόγο δεν απόειπαν,
και τα λημέρια φώναξαν όσο κι αν ημπορούσαν
Ο Μουχουρνάρης πλάκωσε με τέσσαρες χιλιάδες
σέρνει λεβέντες διαλεχτούς όλο τσοχανταραίους
στα δόντια σέρνου τα σπαθιά , στα χέρια τα ντουφέκια .
Και ο Δίπλας αποκρίθηκε και τους απολογιέται.
Όσο είναι ο Δίπλας ζωντανός τους τούρκους δεν φοβάται
.Έχει λεβέντες διαλέχτους και τους Κατσαντωναίους ,
που τρων μπαρούτι για ψωμί και βόλια για προσφάγι
και σφάζουν τούρκους σαν αρνιά και σαν παχιά κριάρια.


Για τον θάνατο του Δίπλα έχουμε τις εξής εκδοχές:
Ο Καποδίστριας λέει πώς τον Ιούλιο του 1807 όταν τα σώματα του Κατσαντώνη και του Κίτσου Μπότσαρη πήγαιναν στην Λευκάδα για να πάρουν μέρος στην συνάντηση που είχε κανονίσει ο ίδιος ο Βασίλης Δίπλας συγκρούστηκε με τουρκαλβανούς έξω από το μοναστήρι της Τατάρνας ,στου Μανόλη το γιοφύρι.
((Τας πρωϊνάς ώρας μέχρι της μεσημβρίας διήλθομεν ακροώμενοι αυτών αφελέστατα και φυσικότατα αφηγουμένων τα νωπά έτι κατά των τούρκων κατορθώματα των, ιδία δια την τελευταίαν μάχη των 300 αγωνιστών ,οίτινες υπο την ηγεσίαν του Μπότσαρη και του Κατσαντώνη κατετρόποσαν μέγα σώμα Τουρκαλβανών ,ων 80 εφόνευσαν και πλείστους ετραυμάτισαν ,των λοιπών εγκατελοιψάντων τας αποσκευάς των και τραπέντων είς φυγήν. Εν τη μάχη εκείνη είχον πέσει ,γενναίως μαχόμενοι ,10 Έλληνες ,εν οις και ο ανδρείος Δίπλας ,όστις ξιφουλκίσας και επιτεθείς εντός αυτών των χαρακωμάτων των εχθρών ,έπεσεν άπνους βληθείς υπό εχθρικής σφαίρας)).

Ο FAURIEL δεν λέει που και πότε σκοτώθηκε ο Δίπλας αλλά λέει ότι θυσιάστηκε προσπαθώντας να σώσει τον Κατσαντώνη σε κάποια μάχη που κινδύνευε .
((Ο Κατσαντώνης πολλές φορές κυνηγήθηκε από τους Αλβανούς ,και πάντα καλούσε τον Δίπλα για βοήθεια. Οι δύο καπεταναίοι ενωμένοι κυνηγούσαν τους Αλβανούς και όταν πέρναγε ο κίνδυνος ξαναγύριζαν στις θέσεις τους. Σε κάποια μάχη όμως τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά . Και οι δύο καπεταναίοι μαζί δεν είχαν πάνω από εκατόν είκοσι άνδρες ,δέχθηκαν επίθεση χιλίων πεντακοσίων Αλβανών και διαλύθηκαν και οι δύο αρχηγοί έμειναν μόνοι με λίγα παλικάρια περικυκλωμένοι από τους Αλβανούς και απ';ότι φαίνεται θα πιάνονταν ζωντανοί.
Την ώρα της μάχης ο αρχηγός των Αλβανών φώναξε:
-Ποιος από σας είναι ο Κατσαντώνης ;
-Εγώ απαντά με υπερηφάνεια και χωρίς δισταγμό ο Κατσαντώνης ,θεωρώντας ότι δεν ήταν αντρίκειο να κρύψει το όνομα του μπροστά στον εχθρό.
Οι Αλβανοί επιτέθηκαν εναντίων του τον συλλαμβάνουν και ενθουσιασμένοι ήταν έτοιμοι να τον εκτελέσουν.
Τότε πετάχτηκε ο Δίπλας από το ταμπούρι του και λέει με βροντερή φωνή:
-Ποιος είναι αυτός ο τιποτένιος που άφησε να τον πιάσουν και λέει πώς είναι ο Κατσαντώνης , ο Κατσαντώνης είμαι εγώ, κι όποιος νομίζει ότι μπορεί να με πιάσει ας κοπιάσει.
Οι Αλβανοί στράφηκαν προς τον Δίπλα είδαν έναν τεράστιο άντρα με άγριο πρόσωπο και βροντερή φωνή πίστεψαν πως είναι ο Κατσαντώνης και στράφηκαν προς το μέρος του, δίνοντας την ευκαιρία στον Κατσαντώνη να δραπεύσει.
Σ'; αυτή τη μάχη σύμφωνα με τον FAURIEL σκοτώθηκε ο Δίπλας.
Σύμφωνα με τον Yemeniz , ο Δίπλας σκοτώθηκε στην μάχη με τον Βεληγκέκα ενώ προσπαθούσε να σώσει τον Κατσαντώνη.
Την ώρα της μάχης όλοι οι Αλβανοί είχαν πέσει πάνω στον Κατσαντώνη να τον σκοτώσουν και σε κάποια στιγμή ο Κατσαντώνης είχε περικυκλωθεί από τους Αλβανούς και κινδύνευε άμεσα ,τότε πετάχτηκε ο ρωμαλέος Δίπλας μπαίνει ανάμεσα στον Κατσαντώνη και τους Αρβανίτες και λέει ότι εγώ είμαι ο Κατσαντώνης.
Οι αρβανίτες ξεγελάσθηκαν και στράφηκαν εναντίων του δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον Κατσαντώνη να απελευθερωθεί, και να ξαναδώσει κουράγιο στα παλικάρια του.
Ο Δίπλας αφού σκότωσε εφτά τούρκους με το σπαθί του πέφτει από εχθρικό βόλι και ένας αλβανός περνάει και του κόβει το κεφάλι.
Ο Κασομούλης μας δίνει μία άλλη εκδοχή σε κάποια μάχη που ήταν να δοθεί με πολυάριθμους αρβανίτες θα συμμετείχαν τα σώματα του Δίπλα, του Σουλιώτη Κοσμά , του Κατσαντώνη και του Καραϊσκάκη ,σε κάποια κρίσιμη στιγμή ενώ η μάχη δεν είχε ξεκινήσει ακόμη ο Δίπλας λέει:
-Πάμε να φύγουμε δεν μου αρέσει το μέρος .
-Οι Σουλιώτες δεν φεύγουν απάντησε ο Κοσμάς .
Όταν ξεκίνησε η μάχη οι Σουλιώτες κατάλαβαν το λάθος τους και ο Κοσμάς είπε:
-Να φύγουμε.
Ο Δίπλας δεν φεύγει απάντησε ο καπετάνιος.
Σ';αυτή την μάχη σκοτώθηκε ο Δίπλας ,τραυματίστηκε ο Κατσαντώνης και ο Καραϊσκάκης.

 

Αν δεν υπήρχε ο Καπετάν Δίπλας να εκπαιδεύσει τόσους και τόσους κλεφτές και καπεταναιους σίγουρα δεν θα υπήρχαν ούτε ο Κατσαντώνης ,ούτε ο Λεπενιώτης ούτε ο Χασιώτης ούτε ο Καραϊσκάκης ούτε ο Τσόγκας,  Καραγιανάκης κλπ, ίσως να μην πετύχαινε και η ελληνική επανάσταση δηλ. το έθνος μας οφείλει πολλά στον καπετάν Δίπλα επίσης είναι μια ιστορική μορφή που δεν έχει δεχτεί ακόμη την δέουσα. σημασία απο τους ιστορικούς και ερευνητές νομιίζω πως είναι καιρός να του αποδοθούν οι δάφνες που του αξιζουν. 
Ο Δίπλας ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τον κατακτητή και ποτέ δεν ζήτησε αρματολίκι , ποτέ δεν έσκυψε το κεφάλι και ποτέ δεν προσκύνησε τούρκο πασά, αλλά και δεν έκατσε ποτέ στο ίδιο τραπέζι με τους εκάστοτε κοτσαμπάσιδες και προεστούς ,όλη του την ζωή την έζησε στο βουνό με το όπλο στο χέρι πολεμώντας τους κατακτητές.

 

Βιβλιογραφία.

Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.

Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

 

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.

 

 



[1] Νάσιος Κουμπόπουλος

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο Γιώργος Τσόγκας

Ο Γάλλος Ζυσερέ Ντε Σαιν Ντενίς γράφει : Ο Τσογκας ,ηλικίας 55 ετών γεννήθηκε εν Ακαρνανία ανήκε επί πολύ καιρόν εις το σώμα των κλεφτών του περίφημου Κατσαντώνη , ο οποίος είχε καταταράξει τον Αλή δια των τολμηρών ληστειών του. Η αλήθεια είναι ότι ο Τσόγκας γεννήθηκε στην Βόνιτσα Ακαρνανίας.
Ο Κατσαντώνης αποκαλούσε τον Τσόγκα ((βλαχοτζιόγκα)) και ο Καραϊσκάκης ((ξυνογαλά)) ,λόγω της Σαρακατσαναίηκης καταγωγής του. Έπειτα από τον θάνατο του Κατσαντώνη την αρχηγεία των κλεφτών την ανέλαβε ο αδερφός του Κώστας Λεπενιώτης  ,αλλά και μετά τον θάνατο του Λεπενιώτη τα απομεινάρια του ένοπλου σώματος του Κατσαντώνη και του Λεπενιώτη σύμφωνα με τον Κασομούλη αποφάσισαν με αρχηγό τον Τσόγκα να πάνε στα Γιάννενα και να δηλώσουν υποταγή στον Αλί πάσα .
Ο Αλί πάσας για ευχαριστήσει τους μετανιωμένους κλέφτες και το προσωπικά τον Τσόγκα , το 1810 τον έκανε καπετάνιο. Ο Κασομούλης γράφει σχετικά: διόρισε τον Τσιόγκαν ,βλάχον πρωτοπαλίκαρο του Κατσιαντώνη περί το 1810 ή 11 Καπιτάνον . Κατέστη τούτος Καπιτάνος άσειστος μέχρι της καταδρομής του Αλή πασα και έπειτα επί της επαναστάσεως μέχρι της θανής του ,1838 ως αρχηγός όπλων της επαρχίας Βονίτσης ,και όλων των συρρεόντων βλαχοποιμένων εις την επαρχείαν ταυτην ως πατηρ.
Πολύ νωρίς μυήθηκε στην φιλική εταιρία ενώ τον Ιανουάριο του 1821 στο σπίτι του ποιητή Σπ. Ζαμπέλιου με τους Γ. Καραϊσκάκη ,Παναουργιά , Κατσικογιάννη, κλπ, αποφασίζουν όλοι μαζί την έναρξη της επανάστασης ,ενώ ανατίθενται στους Καραϊσκάκη ,Βαρνακιώτη, Τσόγκα, και Στουρνάρη η αρχηγεία των αρμάτων της Δυτικής Ελλάδος.
Τον Μάιο του 1821 μαζί με τον Αλεξακη Βλαχόπουλο και άλλους οπλαρχηγούς της δυτικής Ελλάδος κηρύττουν την επανάσταση και στις 26 Μαΐου Πολιορκούν το Βραχώρι (Αγρίνιο), για να το απελευθερώσουν στις 11 Ιουνίου 1821.


Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι:


Σ'; όλο τον κόσμο ξαστεριά ,σ'; ολο τον κόσμο ήλιο .
Και στο Βραχώρι το μικρό μαύρος καπνός κι αντάρα.
Καπεταναίοι τ'; έκαιγαν ο Τσόγκας κι Αλεξάκης.


Άλλο ένα τραγούδι που αναφέρεται στον Γιώργο Τσόγκα και προέρχεται από την μάχη ανάμεσα στον Θωδοράκι Γρίβα και στους άλλους καπεταναίους που έγινε στην κατοχή Μεσολογγίου το 1823 είναι το εξής:


Τ'; ειν'; το κακό που γίνεται κι η ταραχή μεγάλη ,
στη μέση στο Ξηρόμερο ,στην κατοχή στη χώρα;
Τον Θωδοράκη κλείσανε τα πέντε βιλαέρτια ,
ήρθε ο Μακρής απ'; τον Ζυγό κι ο Πισλής ακόμα,
ήρθε κι από τα'; Άγραφα ο Καραϊσκάκης
ήρθε και από την Βόνιτσα αυτός ο ΒλαχοΤσόγκας
ήρθε κι ο Μάρκος Μπότσαρης με χίλιους πεντακόσιους.
Τον Θοδωράκη πολεμούν τα πέντε βιλαέρτια.
Κι έλεγε και ξανάλεγε : είχα ταϊφά αυτούς τους Βαρνακιώτες!!!
Κ'; αυτόν τον παρατήσανε με δεκαεπτά νομάτους.
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
και ο ΒλαχοΤσόγκας φώναξε από το μοναστήρι:
-Βάλτε φωτιά και κάψτε τον ,τον Θοδωράκη Γρίβα
μπας και το επιάσουμ'; ζωντανό κομμάτια να τον φάμε.
Και ο Θωδοράκης φώναξε με το σπαθί στα χέρια:
-Τι λες αυτού μωρέ παλιόβλαχε ,μωρέ παλιογουρνάρη;
Εμένα με λένε Θοδωρή , με λένε γιο του Γρίβα.
Έβγα με δεκατέσερες και γω με τον Αράπη.
Και ο Τσόγκας του αποκρίθηκε και ο Τσόγκας του φωνάζει:
Δεν βγαίνω εγώ στον πόλεμο με σένα Θωδοράκη,
μα θα σε κάψω ζωντανό με το πολύ τ'; ασκέρι.

 

Βιβλιογραφία.

Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.

Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

 

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.

 

 

 

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο Γληγόρης Λιακατάς

Ο Γρηγόρης Λιακατάς ήταν ο μεγάλος γιος του Θύμιου Λιακατά τα άλλα αδέρφια του ήταν , ο Μήτρος , ο Σωτήρης ,ο Κώστας , και η πολυτραγουδισμένη για την ομορφιά της Δέσπω που με την βία την πήρε ο Αλή πασας στο χαρέμι του.
Γεννήθηκε γύρω το 1799 ,κατά άλλους στον Ασπροπόταμο κατά άλλους στο Ξηρόμερο. Ο Θύμιος Λιακατάς ξεκαλοκαίριαζε στα βουνά των Τζουμέρκων και ξεκαλοκαίριαζε στο Καρβασαρά. Γύρω στο 1820 ο Αλή πασάς αρπάζει την κόρη του , την πανέμορφη Δέσπω και για να εξευμενίσει την οικογένεια του διορίζει τον Γρηγόρη Λιακατά αρματολό στο Κλείνοβο του Ασπροποτάμου, που ανήκε στο αρματολίκι του Ν. Στουρνάρη.
Ο Ν. Κασομούλης γράφει τι του είχε αφηγηθεί ο Ν. Στουρνάρης: ο Αλή πασάς με ανάγκασε να δεχτώ για καπετάνιο στο Κλινοβό τον Γρηγόρη Λιακατά ,ο οποίος ήταν γαμπρός του. Έπειτα από ένα χρόνο Ο Αλής με ανάγκασε να δώσω την κόρη μου Βαγγελή για γυναίκα του. Αν και ο Γρηγόρης ήταν πολύ νέος δεν είχα αντίρρηση να του δώσω την κόρη μου ,διότι τον θεωρούσα τίμιο άνθρωπο και διότι πήρε τον τίτλο του από την στάνη του σκοτώνοντας έναν μεγάλο κλέφτη και όχι από την αυλή του Αλή πασά.
Η επανάσταση στην επαρχεία Ασπροποτάμου ξεκίνησε στις Ιουλίου του 1821 από τους οπλαρχηγούς , Γρηγόρης Λιακατάς Ν. Στουρνάρη ,και τον Γιωργάκη Βελή από τα Άγραφα.
Έπειτα από την μάχη του Κόρμπου που έγινε στις 5 Αυγούστου του 1823 ο Γ. Λιακατάς άφησε τον Ασπροπόταμο αφήνοντας αντικαταστάτη του τον αδερφό του Μήτρο Λιακάτα και κατέβηκε στο Μεσολόγγι για να μπορέσει να προσφέρει περισσότερες υπηρεσίες στη πατρίδα, από την μία πλευρά αλλά για να βρίσκεται κοντά στην οικογένεια του από την άλλη η οποία βρισκόταν στην Κεφαλονιά από τον περασμένο Μάρτιο.
Το 1824 μαζί με τον πεθερό του ξανανέβηκαν στον Ασπροποταμο για να ξαναφύγουν την άνοιξη του ίδιου χρόνου και να μην επιστρέψουν ποτέ, διότι και οι δύο αργότερα θα πέσουν μαχόμενοι για τις ανάγκες του έθνους.
Στην πολιορκία του Μεσολογγίου και σε μία από τις επιθέσεις του Κιουταχή ο Γρηγόρης Λιακατάς έχασε το δεξί του μάτι από έκρηξη βόμβας όπως μας λέει το παρακάτω τραγούδι.

Με γέλασε ο Αυγερινός ,με γέλασε η πούλια
και βγήκα απάνου στο βουνό προτού να καλοφέξει,
εκεί σε πέτρα ακούμπησα να πάρ'; ολίγον ύπνο
κι εκεί άκουσα τρεις πέρδικες ,όπου κελαηδούσαν
κι καταριόταν τα βουνά μ'; ανθρώπινη λαλίτσα.
Εσείς βουνά του κερατά ,βουνά του Ασπροποτάμου,
τους κλέφτες τι τους κάματε, τον καπετάν Γρηγόρη;
-Αυτός πήγε και κλείσθηκε στο δόλιο Μεσολόγγι,
μας είπαν πώς λαβώθηκε στο δεξί το μάτι,
και λέν πώς δεν θα ξαναρθεί ,πως δεν θα τον ξαναδούμε
Για κλάψτε δέντρα και κλαδιά και κοντοραχούλες
και σεις βουνά κλεφτόβουνα , με τις κρυοβρυσούλες
την χάσατε την κλεφτουριά τον καπετάν Γρηγόρη.

Ο Γ. Λιακατάς ήταν φημισμένος για την ομορφιά του ( ο Κασομούλης έλεγε πως δεν υπήρχε ομορφότερος άντρας) και όταν έδενε το μαντίλι για να κάλυψη το μάτι του μονολογούσε με παράπονο:
-Τώρα αφού έχασα το μάτι μου τι την θέλω την ζωή;

 

Εψές κατά το δειλινό εψές κατά το βράδυ ,
τρεις λυγερές το λέγανε και πικροτραγουδούσαν .
Η μια ήταν η Στουρνάραινα , του Μάρκου Μπότσαρη η άλλη .
Κι η τρίτη η μικρότερη ήταν του καπετάν Γρηγόρη.
εκεί που μοιρολογάει και ομορφοτραγουδούσε,
πουλάκι πήγε κ'; έκατσε εκεί στα γόνατά της .
Πες μας , πες μας ,πουλάκι μου κάνα καλό χαμπέρι.
- Τι να σου πω κυρούλα μου τι να σου μολογήσω ;
Εψές προψές που διάβαινα το έρμο Μεσολόγγι ,
άκουσα πώς βαρέθηκε ο καπετάν Γρηγόρης.
Τον κλαιν τα δέντρα ,τα κλαριά τον κλαιν οι κρύες βρύσες,
τον κλαίνε και στα Κούτσανα οι καπετανοπούλες.

Η προσωρινή κυβέρνηση έδωσε προαγωγή στον Γ. Λιακατά και από Χιλιάρχο τον έκανε στρατηγό . Ένα χρόνο αργότερα ο Γρηγόρης Λιακάτας σκοτώθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1826 υπερασπιζόμενος το νησί Ντολμάς . Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι στην παραπάνω μάχη ο Γ. Λιακατάς ήταν επικεφαλής 300 αντρών οι οποίοι ήταν όλοι συγγενείς του και όλοι Σαρακατσαναίοι.
((Σ'; αυτή τη μάχη ξεκληρίστηκε όλο το Λιακατέικο σόι 39 τον αριθμό , καθώς και πολλοί Ασπροποταμίτες και οι καλύτεροι από τους Αιτωλικιώτες)) . Όπως γράφει ο Κ. Μακρυκώστας.
Η λαϊκή μούσα μας λέει για τον ένδοξο θάνατο του Γ. Λιακατά.

Τρεις σταυραετοί ροβόλαγαν απ'; τ';Αγραφα σταλμένοι ,
Ο ένας πάει στ'; Αντελικό στο Βασιλάδι ο άλλος
Και ο τρίτος ο καλύτερος στο Μεσολόγγι μπήκε.
Ντάπια σε ντάπια περπατεί, ταμπούρι σε ταμπούρι.
Ρωτάει την ντάπια του Μακρή ,στη ντάπια του Δεσπότη
Γεια σας χαρά σας βρε παιδιά . Καλώς το παλικάρι.
-μην είδατε τον Λιακατά τον καπετάν Γρηγόρη;
-Αϊτέ μου αυτός δεν είναι εδώ , και δω μην τον γυρεύεις,
μον'; πέτα στ'; Αντελικό και πέρασε τον πόρο.
Εκεί θα βρεις πολλά κορμιά ,σφαγμένα σκοτωμένα.
Κι ποιο είν το πιο λεβέντικο το ξανθομουστακάτο,
εκείνο είναι το κορμί του καπετάν Γρηγόρη.

Ρωτά την τάπια του Μακρή την τάπια του Δεσπότη,
-Μην είδατε τον Λιακατά τον καπετάν Γρηγόρη;
Σύρε πουλάκι μ'; στ'; Αντολικό και κοίταξε τριγύρω,
Κι αγνάντεψε προς τον Ντουλμά κι αντίκρυ από τον πόρο.
Εκεί θα δεις άσπρα κορμιά και κόκαλα στη άμμο,
κι αν μπορείς διάλεξε τον καπετάν Γρηγόρη.

Ψηλά απ'; τον Ασπροπόταμο πετάει στο Μεσολόγγι,
Χρυσός αϊτός τριγύριζεν έξω από το Μεσολόγγι,
γεράκι με δυό γράμματα από τους Λιακαταίους.
Γυρίζ'; εδώ γυρίζ'; εκεί γυρίζ'; όλη την χώρα.
Μην είδατε τον Λιακατά, τον καπετάν Γρηγόρη;
Πουλίμ'; αυτός δεν είναι εδώ ,κι εδώ μην τον γυρεύεις
πέτα προς το Ανατολικό ,και πέρασε τον πόρο,
και εκεί θα βρεις κορμιά σφαγμένα ,σκοτωμένα,
κι'; όποιο δεις λεβέντικο και ξανθομουστακάτο ,
εκείνο είναι το κορμί του καπετάν Γρηγόρη.

Ένας αετός τριγύριζε μέσα στο Μεσολόγγι
κοιτάει τα ντάπια του Μακρή τα ντάπια του Δεσπότη
κι αγνάντεψε την Κλείσοβα κατά το Μακρυνόρος
Ψάχνει να βρει τον Λιακατά τον καπετάν Γρηγόρη
που κράτησε την Κλείσοβα με ογδόντα παλικάρια.

Εσείς βουνά του Κιαρατά ,βουνά τ'; Ασπροποτάμου
τους κλέφτες τι τους κάνατε , τον Καπετάν Γρηγόρη;
-Αυτός πήγε και κλείσθηκε μέσα στο Μεσολόγγι,
μας είπαν πως λαβώθηκε μεσ'; το δεξί το μάτι
κι λεν πως δεν θα ξαναρθεί ,δεν θα τον ξαναδούμε.
Για κλάψτε δέντρα και κλαδιά κι εσείς κρυοβρυσούλες,
τι χάσανε την κλεφτουριά, τον καπετάν Γληγόρη.

 

Βιβλιογραφία.

Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.

Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

 

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο Γώγος Μπακόλας

 

Του Γώγου Μπακόλα

 

Ο Γώγος Μπακόλας ,ήταν αρματολός του Ραδοβιζίου την εποχή του Αλί Πασά Στην άποψη ότι ήταν σαρακατσανος συμφωνούν η Αγγελική Χατζημιχάλη και ο Θεόδωρος Γιαννιώτης (Ηχώ των Σαρακατσάνων , Απρίλιος 1994)

Αναφορά στην σαρακατσαναίηκη καταγωγή του Γώγου Μπακόλα κάνει και ο καθηγητής Απόστολος Ποντίκας στην εφημερίδα (Ηχώ των Σαρακατσαναίων )).

Ο Γ. Μπακόλας (1770-1826) υπήρξε ένας από τους ποιο ευφυείς στρατιωτικούς της Δυτικής στερεάς . Πήρε μέρος από την πρώτη στιγμή στην επανάσταση του 21 ,και αναχαίτισε μαζί με τον Αντρέα Ίσκο ,επίσης σαρακατσάνο ,στις στενές διαβάσεις του Μακρυνόρους ,τις ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις του Ισμαήλ πασά, προξενώντας πολλές απώλειες .

Για την μάχη αυτή ο Μακρυγιάννης έγραψε: Όλοι οι αρχηγοί που ήταν εκείνη την ημέρα έκαναν τα χρέη τους .Λαμπρύνεται και δοξάζεται ο μακαρίτης ο Γώγος. Χάριτες του χρωστάει η πατρίς . Ως λιοντάρι πολεμούσε και ως φιλόσοφος οδηγούσε. Και ανάστησε την πατρίδα εκείνη την ημέρα.

Στην συνεχεία ο Γώγος Μπακόλας αντιμετώπισε στις 15 Ιουλίου τους Τούρκους στο Πέτα της Άρτας . Η τόλμη του Γώγου ,γράφει ο Σπύρος Τρικούπης την ημέρα εκείνη έφεραν εις θάμβος και αυτούς τους άχθους του, τους οποίους επταπλασίους όντας, έστρεψαν ο ατρόμητος ούτος μαχητής εις φυγείν προπορευόμενος ξιφήρης. Εξ αιτίας δε των τόσων λαμπρών ανδραγαθημάτων του έλεγαν έκτοτε και οι φίλοι του και οι εχθροί του, ότι (όπου ο Γώγος εκεί και η νίκη).

Τους αγώνες του Γώγου Μπακόλα εξυμνούν τα παρακάτω τραγούδια.

 

Νάμουν μια πετροπέρδικα στου Λαγαρού την βρύση

Να ξύπναγα πολύ ταχιά ,δυο ώρες πριν να φέξη,
να πήγαινα και ν'; άκουγα τι πόλεμος θα γένει.
Τα'; είναι ο αχός που γίνεται κ'; η ταραχή μεγάλη.
Γώγος Μπακόλας πολεμάει μ'; εννιά χιλιάδες Τούρκους.
Δεν είναι κρίμα κ 'άδικο και ανομιά μεγάλη
να πολεμούν οι εκατό με εννιά χιλιάδες τούρκους.

Γώγος έβαλε φωνή από το μιτερίζι:
για πολεμάτε δυνατά και σκούξτε τα μεγάλα
να ραϊστούνε τα βουνά και να σκιστούν οι κάμποι,
για να γλιτώσουν την σκλαβιά τόσα γυναικόπαιδα
που κυνηγιούνται σαν τα'; αρνιά και σκούζουν και βελάζουν.

 

 

Ποιος είναι αυτός που πολεμάει και βροντερά χουγιάζει;
Γώγος Μπακολας πολεμάει με χίλιους πεντακόσιους .
Λεβέντες Ραδοβισδινοί , Πετρίτες του Τσουμέρκου,
παστρέψτε τα ντουφέκια σας ,τροχίστε τα σπαθιά σας
τι πλάκωσε η Αρβανιτιά , για να μας ξολοθρέψουν
να πάρουν τις γυναίκες σας , τις νύφες , τα κορίτσια
και σεις σκλάβοι να μην γίνεται εις τους παλιοαρβανίτες
μόνο τρέξτε για να πιάσουμε εκείνη την ραχούλα,
φτιάξτε ταμπούρια δυνατά , πιάστε τα μετερίζια.
Τρεις ώρες πολεμούσαν σαν άξια παλικάρια,
 φυσέκι στις μπαλάσκες τους δεν έμεινε κανένα
και τότε ο Γώγος φώναξε από το μετερίζι.
Που είστε παιδιά του Τσουμερκιού , παιδιά απ'; το Ραδοβίζι,
αφήστε τα ντουφέκια σας και πιάστε τα σπαθιά σας,
βάλτε τους τούρκους ομπροστά, χτυπάτε πολεμάτε.

Βιβλιογραφία.

Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.

Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

 

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο Κατσαντώνης

Ο Κατσαντώνης σύμφωνα με μερικούς συγγραφείς γεννήθηκε στο Μύρεση (Μάραθος ) των Αγράφων ,ενώ με κάποιους άλλους γεννήθηκε στο Βασταβέτσι των Τζουμέρκων. Το πότε ακριβώς γεννήθηκε δεν είναι γνωστό. Ο Ε. Φραγκίστας γράφει ότι ο Κατσαντώνης έγινε κλέφτης το 1802 σε ηλικία εικοσιπέντε ετών επομένως θα πρέπει να γεννήθηκε την άνοιξη του 1777.
Κατάγεται από Σαρακατσαναίηκη οικογένεια των Αγράφων , ο πατέρας του ήταν ο τσέλιγκας Γιάννης Μακρυγιάννης η μητέρα του ονομάζονταν Αρετή είχε αλλά τρία αδέρφια (τον Γιώργο Χασιώτη, τον , Κώστα Λεπενιώτη και τον Μήτρο η Κούτσικο και μία αδερφή την Κατερίνα) η οικογένεια του ξεκαλοκαίριαζε στ'; Άγραφα και στα Τζουμέρκα και τον χειμώνα διαχείμαζε στη Λεπενού . Συγγενείς του επίσης ήταν ο Γιώργος Τσόγκας ,ο Δημοτσέλιος ο Καραϊσκάκης και πολλοί άλλοι καπεταναίοι.
Εκεί κάποια στιγμή ο Κατσαντώνης κατηγορήθηκε για ζωοκλοπή από έναν ενοικιαστή βοσκοτόπων του Αλί Πασά που ονομάζονταν Γιάγκος Καραγκούνης.
Ο Κατσαντώνης πιάστηκε με την παραπάνω κατηγορία ,βασανίσθηκε και στάλθηκε στα Γιάννενα στο Αλή Πασά . Ο Αλή πασσάς ζήτησε λύτρα από το Πατέρα του για να τον αφήσει ελεύθερο, ο οποίος και τα παρέδωσε . Αυτή η περιπέτεια ήταν η αιτία που ο Κατσαντώνης αποφάσισε να βγει στο κλαρί.
Χαρακτηριστική ήταν η συνομιλία με την μάννα του πριν φύγει:
-Μάννα έλεγε δεν μπορώ πια αυτή την ζωή θα πάω να γίνω κλέφτης!
Αλλά η μάννα του είχε σοβαρές αντιρρήσεις και του έλεγε :
-Κατσ'; Αντώνη μ'; , κατσ'; Αντώνη μ'; μην φεύγεις ! Απ';αυτή την συνομιλία του έμεινε το όνομα Κατσαντώνης.
Και έτσι ο Κατσαντώνης σε ηλικία εικοσιπέντε ετών σκοτώνει τον μπολούκμπαση που τον συνέλαβε και βγαίνει στο βουνό και γίνεται κλέφτης.
Στο βουνό συναντάει τον θείο του και νουνό του τον αρχικαπετάνιο Δίπλα, εκεί συναντάει και άλλος μεγάλους, κλέφτες όπως ο Νάσιος Κουμπόπουλος, ο Τσιάκαλος κλπ. Σε λίγο τον ακολούθησαν τα αδέρφια του και τα ξαδέρφια του ο Τσόγκας και ο Καραγιαννάκης που αργότερα έγινε και πρωτοπαλίκαρο του.
Ο Faurier τον χαρακτηρίζει ως εξής: εκτός του επιβλητικού παρουσιαστικού του , ο Κατσαντώνης διέθετε όλα τα χαρίσματα για να γίνει ένας μεγάλος κλέφτης. Ήταν γενναίος μέχρι θρασύτητας, πολύ ευκίνητος, ελαφρόσωμος , με πανούργο πνεύμα, και εθερμαίνετο από το αίσθημα της αντεκδίκησης . Και ο Βαλαωρίτης συνεχίζει ((Ητο μετρίου αναστήματος και είχε βλέμμα κεραυνού. Μέλας ,δασύς και μακρύς ο μύσταξ του με φρύδια νεφελώδη και γλυκιά αρμονική φωνή. Τα όπλα του πολυτελέστατα . Μαύρη εκ της πολυχρονίου τριβής η φουστανέλα του και επάνω του έλαμπε ο χρυσός και ο άργυρος. Γνώριζε απ'; έξω όλα τα βουνά και ήταν άριστος γνώστης την στρατηγική του ανταρτοπόλεμου.
Εγκαταστάθηκε μαζί με τα παλικάρια του στην θεσσαλική πλευρά των Αγράφων ,εκεί που άλλοτε έβοσκε τα πρόβατα του, όπως μας λέει το παρακάτω τραγούδι.


Στις δέκα πέντε τα';Απριλιού , στις είκοσι του Μάη ,
Οι κλέφτες κάνουν σύναξη ψηλά στα κορφοβούνια
και κάνουν όρκο στο σπαθί στ'; άγιο το Βαγγέλιο,
Τούρκο να μην αφήσουνε , Ρωμαίικο να γίνει
Πιάνουν μοιράζουν τα βουνά, μοιράζουν και τους Κάμπους.
Ο Κατσαντώνης παίρνει τα';Άγραφα τον Βάλτο ο Λεπενιώτης
Κι ο Παπαθύμιος τον Προυσό μαζί με μοναστήρια.
Και πιάσανε τον πόλεμο , τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
Κι ο Παπαθύμνιος Φώναξε κι ο Παπαθήμιος λέει:
Παιδιά γιουρούσι ας κάνουμε και στ'; Άγραφα να πάμε.


Ο Κατσαντώνης ξεκίνησε με δέκα παλικάρια και σε λίγο  καιρό αναστάτωσε την Ακαρνανία και τα Άγραφα .Τα πρώτα του παλικάρια ήταν οι εξής :Νάσιος Κουμπόπουλος, , ο Καραϊσκάκης, ο Καραγιανάκης , ο Τσόγκας κλπ.


Έκατσε ο Αντώνης στ'; Άγραφα να μάσει παλικάρια.
Τα μάζεψε τα μέτρησε ,ήταν δυο και τρεις χιλιάδες,
κ'; έκατσε και τα διάταξε σαν μάννα και πατέρας.

Βγήκε ο Αντώνης στ';Άγραφα
-Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
να μάσει παλικάρια .
Τα μασε κι τα διάταζι
Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
σα μάνα κι πατέρας.
Δε θέλου κλέφτες για τραγιά ,
Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
Κι κλέφτες για κριάρια
Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
Μον'; θέλου κλέφτις για σπαθιά
Αντώνη ,Αντώνη ,Αντώνη Κατσαντώνη
Κι κλέφτες για ντουφέκια

Μαυρίζουν γύρω τα βουνά μαυρίζουν και οι κάμποι
Κι οι ρεματιές αχολογούν κι αντιλαλούν οι λόγκοι.
Τι νάνε ,κρίνα του βουνού , του κάμπου μαντζουράνες ;
Τι νάνε ο αχός που γίνεται κι η ταραχή μεγάλη;
-Ο Κατσαντώνης πολεμά με τους αρβανητάδες.
Χίλιους σκοτώνει στο βουνό και χίλιους μες τον κάμπο.
Τρία μπαϊράκι πήρε τους και όλον τον τσαχπινέ τους
και σαν τα γίδια τρέχουνε ,σαν πρόβατα σκορπάνε.

Αυτού που πάς μαύρο πουλί , μαύρο μου χελιδόνι
χαιρέτα μας την κλεφτουριά κι'; αυτόν τον Κατσαντώνη,
πες του να κάτσει φρόνιμα κι όλο ταπεινωμένα ,
βγήκε ένας δερβέναγας αυτός ο Βέληγκέκας,
ζητάει κεφάλια κλέφτικα ,κεφάλια αντρειωμένα.
Ο Κατσαντώνης τ'; άκουσε και ξύνει το σπαθί του,
και πίρε δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια.

 

Για τον γάμο του Κατσαντώνη ξέρουμε λίγα πραγματα ,λέγεται ότι ήταν παντρεμένος με την κόρη ενός καπετάνιου από τα Τζουμέρκα την Αγγελικώ και ότι είχε ένα γιο τον Αλέξανδρο ,που τον είχε βάπτιση ο Δίπλας. Αντίθετα ο Κασομούλης γράφει ότι ο Κατσαντώνης ήταν άκληρος.
Την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η λαϊκή μούσα. Όταν ο Κατσαντώνης μαζί με τον αδερφό του οδηγιόντουσαν αλυσοδεμένοι στα Γιάννενα άρρωστος όπως ήταν κάποια στιγμή κουράστηκε και ζητείσαι από τους τούρκους να σταματήσουν για λίγο να ξεκουραστεί.


Ο Κατσαντώνης φώναξε ,ο Κατσαντώνης λέει:
-Τούρκοι βαστάτε τα'; άλογο λίγο να ξανασάνω ,
να χαιρετήσω τα βουνά και τις ψηλές ραχούλες
αφήσω διάτα στα παιδιά , στον Κώστα Λεπενιώτη,
σαν δείτε την γυναίκα μου ,το μοναχό παιδί μου
πέστε τους πως με πιάσανε με μπαμπεσιά με δόλο,
αρρωστημένο μ'; ήβραν ,ξαρμάτατο στο στρώμα
ωσάν μικρό στην κούνια μου στα σπάργανα δεμένο.


Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην σύλληψη της οικογενείας του Κατσαντώνη από τον Βεληγκέκα , για να τον αναγκάσει να παραδοθεί.

 

Αντώνης εκαθώτανε σε μια ψηλή ραχούλα
και το μουστάκι έτριβε ,τα γένια του ξεγγλίζει.
Τα παλικάρια του ρωτούν τα παλικάρια λένε :
-Αντώνη μου τι σκέφτεσαι , τι είσαι συλλογισμένος ;
-Παιδιά μου ,μην με βιάζεται να σας το μολογήσω.
Εψές μούρθαν τα γράμματα από τον γερο-Δήμο.
Απέξω λέει το ξώγραμμα και μέσα λέει το γράμμα.
Μου πήραν την γυναίκα μου , το μοναχό παιδί μου.
Χίλιοι τους παν από μπροστά και πεντακόσιοι πίσω,
Κι ο Βεληγγέκας το σκυλί το άπιστο ζαγάρι.
Παιδιά μου χαζίρι γίνεται ,πάρτε τα ντουφέκια,
μες του Αϊ Γιάννη θα πάγουμε , θα κάνουμε καρτέρι
κι αν τύχει δεν προφτάσουμε , στα Γιάννενα θα μπούμε.

 

Τον Μάιο του 1805 ο Βεληγκέκας ξεκίνησε για τα Άγραφα με 800 άντρες .Δεν ήταν εύκολο να βρει τον Κατσαντώνη .Κάποια στιγμή ο Βελιγκέκας κατασκήνωσε σε ενός παπά  το σπίτι .Την ώρα που έτρωγε πήρε γράμμα από τον Κατσαντώνη που έγραφε:< Βελη-Γκέκα ,λένε πώς με γυρεύεις και παραπονιέσαι πως δεν μπορείς να με βρεις .Αν στ'; αλήθεια έχεις όρεξη , έλα στην Κρύα Βρύση .Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω .  
Ο Κατσαντώνης και ο Βεληγκέκας συναντήθηκαν στην Φιδόσκαλα του Προσηλιάκου, ανάμεσα στα χωριά Μύρεσι και τα Άγραφα .Στην μάχη που ακολούθησε ο Βεληγκέκας έπεσε από το χέρι του ίδιου του Κατσαντώνη.
Για την νικηφόρα μάχη του Κατσαντώνη και τον θάνατο του Βεληγκέκα μας λέει το παρακάτω τραγούδι.

 

 

Βγήκαν Αντώνης στ'; Άγραφα με τον Καραγιαννάκη
Πήγαινε δίπλα στα βουνά δίπλα στα βιλαέρτια.
Γράφουν και στέλνουν μια γραφή σ'; αυτόν τον Βεληγκέκα.
Σε σε Βελή ντερβέναγα , ρεντζάλι του Βεζίρη,
έλα να πολεμήσουμε ψηλά στο Προσηλιάκο.
Να ιδής κλέφτικα σπαθιά , τα κλέφτικα ντουφέκια.
Κι ο Βεληγκέκας τα'; κουσε , βαρύ του κακοφάνει ,
και το ασκέρι έμασε και πάνω του πηγαίνει.

Τι ειν'; το κακό που γίνεται φέτος το καλοκαίρι ,
που βγήκε ο Αντώνης στ'; Άγραφα με τον Καραϊσκάκη.
Πιάνουν γράφουν γράμματα σ'; αυτόν τον Βεληγκέκα.
Και ο Βελής σαν τ'; άκουσε πολύ του κακοφάνει.
Γραμματικέ μου φώναξε , μάσε τα παλικάρια,
ο Κατσαντώνης καρτερεί μεσ'; του πουλιού την βρύση.

 

 

Τον Μάιο του 1805 ο Βεληγκέκας ξεκίνησε για τα Άγραφα με 800 άντρες .Δεν ήταν εύκολο να βρει τον Κατσαντώνη .Κάποια στιγμή ο Βελιγκέκας κατασκήνωσε σε ενός παπά  το σπίτι .Την ώρα που έτρωγε πήρε γράμμα από τον Κατσαντώνη που έγραφε:< Βελη-Γκέκα ,λένε πώς με γυρεύεις και παραπονιέσαι πως δεν μπορείς να με βρεις .Αν στ'; αλήθεια έχεις όρεξη , έλα στην Κρύα Βρύση .Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω .  
Ο Κατσαντώνης και ο Βεληγκέκας συναντήθηκαν στην Φιδόσκαλα του Προσηλιάκου, ανάμεσα στα χωριά Μύρεσι και τα Άγραφα .Στην μάχη που ακολούθησε ο Βεληγκέκας έπεσε από το χέρι του ίδιου του Κατσαντώνη.
Για την νικηφόρα μάχη του Κατσαντώνη και τον θάνατο του Βεληγκέκα μας λέει το παρακάτω τραγούδι.

Στις δεκαπέντε του Μαΐου στις είκοσι του μήνα ,
ο Βεληγκέκας κίνησε να πάει στον Κατσαντώνη .
Επάνησε κ'; εκόνεξε σ'; ενός παπά το σπίτι.
((Παπα ψωμί ! Παπά κρασί! Να ποιούν τα παλικάρια))
Κι εκεί που έτρωγε και έπινε , κι εκεί που ομιλούσε,
Μαύρα μαντάτα τού' ρθανε από τον Κατσαντώνη .
Στα γόνατα γονάτισε , Γραμματικέ φωνάζει,
τα παλικάρια σύναξε κ'; όλο τον νταϊφά μου.
Εγώ πηγαίνω μπρος στη κρύα την βρυσούλα.
Στην στράτα που επήγεναι στην στράτα που πηγαίνει.
Οι κλέφτες τον καρτέρεψαν και τον γλυκοροτούσαν;
Που πάς Βελή Μπολούκμπαση , ρετσάλη του βεζίρη;
Σε σένα Αντώνη κερατά σε σένα Κατσαντώνη!
Ο Κατσαντώνης φώναξε από το μετερίζι.
Δεν είναι εδώ τα Γιάννινα δεν είναι δω ραϊάδες,
εδώ είναι αντρείος πόλεμος , και κλέφτικα ντουφέκια.
Τρία ντουφέκια τού' δωσαν τα τρία αράδα αράδα
το'; να τον πήρε ξώδερμα , και τα ΄άλλο στο κεφάλι,
το τρίτο το φαρμακερό , τον πήρε στην καρδιά,
το στόμα αίμα γέμισε , τα χείλη του φαρμάκι.

 

Μία άλλη παραλλαγή του τραγουδιού

 

Ο Βεληγκέκας τρώει ψωμί σ'; ενός παπά το σπίτι
και τα χαμπάρια του'; ρθανε από τον Κατσαντώνη:
Να'; ρθείς Βελή μ'; να σμίξουμε να ρθείς ν'; ανταμωθούμε ,
απάνω στη φιδόσκαλα ,ψιλά στο Προσηλιάκο.
Σήμερα θα το δείξουμε ποιος είναι παλικάρι .
Και του Τσαούση φώναξε και το σπαθί του ζώνει.
- Τσαούση μ'; έρασ'; το ψωμί σ'; όλα τα παλικάρια
κι εγώ θα πάω σια μπροστά μου παραγγέλ'; ο Αντώνης ,
μου κάνει τον παλικαρά ο παλιοχαϊντούτης
[1]  
Κι ο Αντώνης τον καρτέραγε ψηλά στο Προσηλιάκο.
Δύο ντουφέκια τού' ριξε τα δυο αράδα -αράδα,
μα και τα δυο τον πήρανε ανάμεσα στα στήθια.


Ο FAURIER έλεγε πως ο θάνατος του Βεληγκέκα ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμα του Κατσαντώνη.
Η παράδοση όμως λέει ότι οι δύο άντρες ήταν αδερφοποιτοί και όταν σκοτώθηκε ο Βεληγκέκας ο Κατσαντώνης φώναξε τους κλέφτες και τους αρβανίτες να σταματήσουν την μάχη, για να θάψουν τον νεκρό. Έτσι σαράντα κλέφτες από την μία πλευρά και σαράντα αρβανίτες από την άλλη έθαψαν τον Βεληγκέκα στο διάσελο του Προσηλιακού ρίχνοντας τουφεκιές στον αέρα.

Το 1905 -6 στην μάχη που έγινε στην θέση ((Ληστής )) του Βάλτου με τον Μπεκίρ Τσογαδόρο τραυματίζεται στο πόδι και πηγαίνει στη Λευκάδα να αποθεραπευτεί.
Εκεί γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια και άλλους οπλαρχηγούς. Το 1807 γίνεται γενική σύναξη όλων των καπεταναίων στην Λευκάδα με παρουσία του Καποδίστρια και του στρατηγού του ρώσικού στρατού Εμμανουήλ Παπαδόπουλου και του Δεσπότη Ναυπακτίας Ιγναντίου, όπου ο Κατσαντώνης ανάμεσα σε όλα τα μεγάλα ονόματα των κλεφταρματολών (Κολοκοτρώνης , Καραϊσκάκης ,Νικηταράς, Τζαβέλας , ) ανακηρύχτηκε παμψηφεί αρχηγός όλων των κλεφτών.

 

Στης Παναγιάς την εκκλησιά στο κάμπο της Λευκάδας,
καπεταναίοι κάθονται και όλοι καρτερούνε ,
τον Κατσαντώνη καρτερούνε ,
τον Κατσαντώνη καρτερούν , το πρώτο παλικάρι,
για να τον κάνουν αρχηγό της κλεφτουριάς καμάρι.

 

Η σύναξη έγινε στην Αγία Μαρίνα της Λευκάδας που πραγματοποιήθηκε στο προαύλιο της Παναγίας τον Ιούνιο του 1807 .
 Εκεί του προτάθηκε από τον Καποδίστρια και τον ρώσο στρατηγό να ενταχτεί στον Ρώσικο στρατό.
Η απάντηση του Κατσαντώνη ήταν η εξής: ((Με χρειάζονται περισσότερο οι κλέφτες μου στα βουνά , παρά ο Ρωσικός στρατός)) και γυρίζει στα λημέρια του.

Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην νικηφόρα μάχη που έδωσε ο Κατσαντώνης με τον Γιουσούφ Πασά στο Ξηρόμερο.


Τι έχουν οι Κάμποι κι βροντούν και τα βουνά να τρίζουν
Ο Σουφ'; ράπης πολεμάει με δυο και τρεις χιλιάδες
Μια βλαχοπούλα φώναξε απ'; την ψηλή ραχούλα
Πάψε αράπ'; τον πόλεμο πάψε και το ντουφέκι
Να κατακάτσ'; ου κουρνιαχτός να σηκωθεί αντάρα
Να συνταχτεί τ'; ασκέρι μας να δούμε πόσοι λείπουν.
Μετριούνται οι τούρκοι τρεις βολές και λείπουν τρεις χιλιάδες
Μετριούνται τα ελληνόπουλα και λείπουν τρεις λεβέντες.

 

Κάποια στιγμή ο Αλί πασσάς για να εκδικηθεί τον Κατσαντώνη συλλαμβάνει τους γονείς του και τους βασανίζει μέχρι θανάτου. Παράλληλα στέλνει σώματα Αλβανών προς καταδίωξη του Κατσαντώνη. Τα σώματα των Αλβανών και ο Κατσαντώνης συναντήθηκαν στην Τριφύλα της Ευρυτανίας την άνοιξη του 1805 εκεί που ήταν το λημέρι του Κατσαντώνη. Σε αυτό το μέρος ξεκαλοκαίριαζε ο τσέλιγκας Γαλανός ,που ήταν καταδότης του κοτζαμπάση της Ρεντίνας Τσολάκογλου, από φόβο όμως ήταν αναγκασμένος να τροφοδοτεί και το Κατσαντοναίηκο ασκέρι. Κάποια στιγμή ειδοποίησε κρυφά τον δερβέναγα της περιοχής Ιλιάσμεη ότι ο Κατσαντώνης βρίσκεται στην περιοχή. Ο Κατσαντώνης όμως πληροφορήθηκε για την προδοσία του Γαλανού και τους περίμενε .Όταν Ιλιάσμεης έφτασε επικεφαλής τετρακοσίων Αλβανών στο σημείο που τους είχε στήσει καρτέρι ο Κατσαντώνης πάθανε πραγματική πανωλεθρία . Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο ίδιος ο Ιλιάσμεης που έπεσε από το χέρι του Κατσαντώνη.
Η λαϊκή μούσα για την παραπάνω μάχη μας μεταφέρει το παρακάτω τραγούδι.


Τι'; είναι το κακό που γίνεται φέτος το καλοκαίρι,
Που βγήκε ο Αντώνης τ'; Άγραφα με τον Καραγιανάκη
Και πήρε ντέβλι τα χωριά, ντέβλι τα βιλαέρτια
Πήγαν και λημέριασαν στου Γαλανού την στάνη .
Γυρεύει το χαράτσωμα χίλια τρακόσα γρόσια.
Γυρεύει το κορίτσι του κι'; άλλες πέντε νιφάδες.
Γυρεύει και την τσούπρα του να την φιλήσ'; ο Αντώνης .
-Ας είναι ας είναι Αντώνη μου εγώ θα σου τις φέρω.
Κι ο Γαλανός ξεκίνησε να πάει στη Ρεντίνα .
-Πολλά τα έτη Λιάζαγα.
-Καλώς τον τον σκουτέρη.
-Σαν τι χαμπάρια Γαλανέ μας φέρνεις απ'; την στάνη ;
-Τι να σου πω Ελιάζαγα τι να σου μολογήσω.
Ο Κατσαντώνης στο μαντρί με τον Καραγιαννάκη.
Γυρεύουν το χαράτσωμα χίλια τρακόσα γρόσια
γυρεύουν το κορίτσι μου, κ'; άλλες πέντε νιφάδες.
Ας ειν'; ας είναι Γαλανέ κι εγώ θα τους βαρέσω.
Ο Λιάζαγας ξεκίνησε και στη Τριφύλλα πάει.
Κι ο Κατσαντώνης χούγιαξε από το μετερίζι.
-Που πάς Λιαζοντερβέναγα που πάς παλιό μουρτάρι;
εδώ έχω τα κλεφτόπουλα εδώ έχω χασάπες.
Τρία ντουφέκια τού ριξαν , τα τρία αράδα αράδα.
Τόνα τον παίρνει στο πλευρό και τα'; άλο στο κεφάλι.
Το τρίτο το φαρμακερό ανάμεσα στα μάτια.
Τους Τούρκους παίρνουνε μπροστά και στο Κλειστό τους κλειούνε.

Μια άλλη παραλλαγή του τραγουδιού είναι η εξής.

Οι μαύροι τι θα γίνουμε φέτος το καλοκαίρι
που βγήκε ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη
και πιάσαν και λημέριασαν στου Γαλανού την στάνη .
Πιάνουν δένουν τους μπιστικούς και τους τσοπαναραίους.
κι χάλεψαν για ξαγουρά χιλιαδιακόσια γρόσια
Κι ου Γαλανός σαν τό' μαθε στον πασά παένει
-Καλημέρα σου Αλή πασσά καλώς τον τσέλιγκα μου.
-Τι χαμπάρια Γαλανέ , πώς ειν'; τα πρόβατα μας;
-Μαύρα χαμπάρια Μπέη μου από τα πρόβατα μας
Βγήκε ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη
κι μας χαλεύουν ξαγουρά χιλιαδιακόσια γρόσια.
-Παιδιά ποιος ξέρει γράμματα ποιος ξέρει ,ποιος ξέρει καλαμάρι;
-Ξέρει το τσελιγκόπουλο γράμματα ,καλαμάρι.
-Πες μας τσελιγκόπουλο, πες μας τα πρόβατά μας.
-Πέντε χιλιάδες πρόβατα κι τέσσαρες τα γίδια
κι αυτά τα βοϊδογέλαδα σωστά είναι πεντακόσια.

Μαύροι τι θα γένουμε ,τούτο το καλοκαίρι,
βγήκαν ο Αντώνης στα βουνά με τον Καραγιαννάκη
και πήραν ντέβρι τα βουνά ντέβρι τις βλαχοστάνες
κι αλούθε παίρνουν πρόβατα κι αλούθε παίρνουν λύτρα
Μας πήρανε τον τσέλιγκα με το παιδί του αντάμα
κι μας χαλεύουν ξαγουρά πέντι χιλιάδις γρόσια.



Όπως αναφέραμε παραπάνω ο Αλή πασσας συνέλαβε βασάνισε και σκότωσε τους γονείς του Κατσαντώνη για να τον αναγκάσει να παραδοθεί. Όταν ο Κατσαντώνης έμαθε για τον θάνατο των γονιών του τότε ο πόλεμος πήρε άλλη μορφή έγινε σκληρός ,ανελέητος ,πολύ βίαιος και πολύ εκδικητικός. Ο Δ. Σταμέλος γράφει σχετικά: ο κλέφτης αναζητούσε την μάχη με λύσσα και φανταζότανε να τον ακολουθεί η σκιά της μάνας του φωνάζοντας εκδίκηση.


Γι' αυτό η λαϊκή μούσα έπλασε το παρακάτω τραγούδι:
Έβγα μανούλα να με ιδείς , έβγα να μ'; αγναντέψεις,
το πώς τρομάζου την τουρκιά κι τους Ντερβεναγάδες
τ'; έχω συντρόφους διαλεχτούς ,ν-ούλους Σαρακατσαναίους,
στα δόντια παίρνουν το σπαθί στα χέρια το ντουφέκι
κι πέφτουν πάνου στο ουχτρό σαν τ'; αστροπελέκι

Κάποια στιγμή ο Κατσαντώνης αρρώστησε από ευλογιά και αποφάσισε να αποσυρθεί στα Αγραφιώτηκα βουνά πιστεύοντας ότι ο αέρας των Αγράφων θα έκανε καλό στη υγεία του.
Ανέθεσε την αρχηγεία των κλεφτών στον αδερφό του Κώστα Λεπενιώτη, και αυτός με τον άλλον αδερφό του Γιώργο Χασιώτη και πέντε παλικάρια του αποσύρονται στην αρχή στον μοναστήρι του Άγιου Ιωάννη και αργότερα σε μία σπηλιά στην πλαγιά του βουνού Φούρκα.
Αυτή η σπηλιά έμελλε να είναι η τελευταία κατοικία του Κατσαντώνη, ο αδερφός του Γιώργος και τα πέντε παλικάρια του έμελλε να είναι οι τελευταίοι σύντροφοι του μεγαλύτερου κλέφτη.

 

Κάποιο πρωινό ο αδερφός του ξύπνησε και του λέει:
Απόψε είδα στον ύπνο μου είδα και στο Όνειρο μου.
Θολό ποτάμι πέρναγα, θολό κατεβασμένο,
ούτε και πέρα πέρασα ,ούτε και δώθε βγήκα ,
μου πέφτει το φεσάκι μου και η φούντα του σπαθιού μου.
Βλέπω τους κάμπους κόκκινους και τα βουνά γαλάζια,
βλέπω δύο ελάφια πόβοσκαν σε μια παλιοκαψάλα.
-Ξήγατο Αντώνη μ'; ξήγα το Όνειρο μου.
Γιώργου ,το κόκκινο ,είναι αίματα και τα γαλάζια βόλια.
Τα δύο αδέρφια είμαστε μείς παλιοκαψάλα οι τούρκοι.


Γύρω στην μία ώρα μακριά από την σπηλιά υπήρχε μία βρύση.
Εκεί πήγαινε κάθε πρωί ο Γιώργος Χασιώτης να φέρει νερό για τον άρρωστο αδερφό του, τα υπόλοιπα παλικάρια φύλαγαν καραούλι πίσω στην σπηλιά.
Όμως το κρησφύγετο του Κατσαντώνη προδόθηκε στον Αγο Βασιάρη, έτσι ένα πρωί που ο Γιώργος Χασιώτης πήγε να πάρει νερό βρήκε ((ταμπούρια τούρκικα την βρύση χαλασμένη)) όπως μολογάει το παρακάτω τραγούδι.

 

Σηκώθ'; κει ο Γιώργος την αυγή νερό να πάει να φέρει,
βρίσκει ταμπούρια τούρκικα και τούρκους να φιλάνε.
Και πίσω ο Γιώργος γύρισε και στον Αντώνη πάει.
-Σήκου Αντώνη μ'; να φύγουμε , πάμε κάτου στον Βάλτο.
Μας πρόδωσαν οι φίλοι μας, οι αδερφοποιτοί μας
Πολλοί μαύροι μας πλάκωσαν ,μαύροι σαν καλιακούδια.
Μην είναι ο Τσόγκας πόυ' ρχεται μην είναι ο Λεπενιώτης
ούτ'; είναι ο Τσόγκας πώ' ρχεται , ούτε είναι ο Λεπενιώτες
μον'; ο Μουχουρντάραγας με τους τσοχανταραίους,
φέρνει σαΐνια του πασά ,ασκέρι του βεζίρη.
Και η συντροφιά τον άφησε ,οι φίλοι κι οι δικοί του .
Γιώργος Χασιώτης στάθηκε ο μαύρος αδερφός του
Αντώνη μου μη σκιάζεσαι , στο νου σου μην το βάνεις
Αντάμα θα πεθάνουμε , κι αντάμα θα χαθούμε .
-Τράβα Χασιώτη μ'; τράβηξε να μην χαθείς μ'; εμένα ,
γιατί είναι οι τούρκοι ποιο πολλοί κι σί σε μοναχό σου,
για να γλιτώσεις αδερφέ μου το αίμα μου να σύρεις.

 

Ο Αγος Βασιάρης πολιορκεί την σπηλιά με 700 τουρκαλβανούς και ζητάει από τον Κατσαντώνη να παραδοθεί. Ο Κατσαντώνης καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους τουρκαλαβανούς και αποφασίζουν να διαφύγουν .
Ο Χασιώτης παίρνει στους ώμους του τον άρρωστο αδερφό του και προσπαθεί να διαφύγει, τα υπόλοιπα παλικάρια προσπαθούν να καλύψουν την αποχώρησή τους ,πολεμώντας σαν λιοντάρια με την ελπίδα ότι θα τους ακούσει το υπόλοιπο Κατσαντωναίηκο ασκέρι, θα έρθουν για βοήθεια όπως λέει το παρακάτω τραγούδι.

 

Πολλά ντουφέκια πέφτουνε μες΄ το Μοναστηράκι.
Μήνα στο γάμο πέφτουνε ,μήνα στο πανηγύρι;
Ούτε στον γάμο πέφτουνε ούτε στο πανηγύρι.
Κατσαντωναίοι πολεμούν με τους Μουχουρνταραίους .
-Πολέμα Γιώργο δυνατά πολέμα αντρειωμένα,
μήπως ακούσουν τα παιδιά μήπως ακούσει ο Κώστας
να πάνε να τον πιάσουνε στην ράχη στην Κατάρα.

Για βοήθεια του Κατσαντώνη και των συντρόφων του έσπευσε μία ομάδα κλεφτών ,που σύμφωνα με την παράδοση άνηκε στο σώμα του Καραϊσκάκη, αλλά δεν πρόλαβε να προλάβει τους τουρκαλβανούς που κατευθύνονταν προς τα Γιάννενα .

 

Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στο Καρπενήσι
μοιρολογούσαν κι έλεγαν μοιρολογούν και λένε.
-Πως σού'ρθε πώς σου γίνηκε τούτο το καλοκαίρι ,
να σ' έχουν πιάσει ζωντανό στο μαύρο το λημέρι,
να σ΄έχει πιάσει η αρβανιτιά κι αυτός ο Μουχουρντάρης

Για το ποιος πρόδωσε τον Κατσαντώνη έχουν ειπωθεί πολλά. Ο Yemeniz ο οποίος συνάντησε το 1852 στ'; Άγραφα το πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη ,τον Καραγιαννάκη ,από τον οποίον πήρε πολλές πληροφορίες για τον αρχηγό όλων των κλεφτών ,λέει ότι το κρησφύγετο του Κατσαντώνη το πρόδωσε μια γυναίκα Καρπενησιώτισσα που του πήγαινε τρόφιμα και βότανα.
Ο Επ. Φραγκίστας αναφέρει κάποιον βλαχοποιμένα ,τον Ιωάννη Γκούρλια ,ο δε Κασομούλης αναφέρει κάποιον Αθ. Γκούρλια ενώ η λαϊκή μούσα αναφέρει τα εξής.

 

Για σήκω Κατσαντώνη μου ,για σήκω καπετάνιε ,
Μας πρόδωσαν ,μας πλάκωσαν οι σκυλοαρβανίτες.
Μας πρόδωσε , μας έδωσε σ'; αυτούς ο παλιό- Γκούρλιας.

 

Ο Κ. Ράμφος όμως λέει ότι τον Κατσαντώνη τον πρόδωσε κάποιος καλόγερος που ονομάζονταν Καρδερίνης.
Αυτή την άποψη σεβάστηκε ο Αριστοτ. Βαλαωρίτης στο ποίημα του.

 

Ένας παπάς τον πρόδωσε μαχαίρι να του γένη,
Η κοινωνία που τόβαψε τα'; αφορισμένο στόμα
Θηλιά κι'; αστρίτης στον λαιμό το άγιο του πετραχήλι
να μην βρεθεί πνευματικός να τον εξομολογήσει
κι αγαπημένα δάχτυλα τα μάτια του να κλείσουν.


Η λαϊκή μούσα ακολούθησε τον Κατσαντώνη σε όλη την διαδρομή από την ώρα της σύλληψης του έως τα Γιάννενα.


Ο Κατσαντώνης φώναξε ,ο Κατσαντώνης λέει:
-Τούρκοι βαστάτε τα'; άλογο λίγο να ξανασάνω ,
να χαιρετήσω τα βουνά και τις ψηλές ραχούλες
αφήσω διάτα στα παιδιά , στον Κώστα Λεπενιώτη,
σαν δείτε την γυναίκα μου ,το μοναχό παιδί μου
πέστε τους πως με πιάσανε με μπαμπεσιά με δόλο,
αρρωστημένο μ'; ήβραν ,ξαρμάτατο στο στρώμα
ωσάν μικρό στην κούνια μου στα σπάργανα δεμένο.


Και η λαϊκή μούσα συνεχίζει:

 

Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στο Καρπενήσι,
μοιρολογούσαν κι'; έλεγαν μοιρολογούν και λένε:
Πώς σ' ούρθε πώς σου γίνηκε τούτο το καλοκαίρι
να σ' έχουν πιάσει ζωντανό στο μαύρο το λημέρι,
να σ' έχει πιάσει η αρβανιτιά κι'; αυτός ο Μουχουρντάρης ;
Στα Γιάννενα σε πάγαιναν στην πόρτα του βεζίρη.
Βεζίρης τον αγνάντευε από το παραθύρι
Καλώς τον Μουχουρντάρ αγά ,καλώς τόνε ,παιδί μου.
Μουχουρντάρι ,τι ομολόγημα ;Κάνα καλό χαμπέρι;
Τον Κίτσιο  Αντώνη σού'; φερα πισθάγκωνα δεμένο.


Και η λαϊκή μούσα συνεχίζει:


Τι γύρευες Αντώνη μου ψιλά στο Καρπενήσι
Δε σύλλεγε ο Μπότσαρης κι'; ο Φώτος ο Τζαβέλας,
-Αντώνη κάτσε στη Φραγκιά να γίνεις καπετάνιος
Και συ τους αποκρινόσουνα και απολογιόσουνα:
-Εγώ δεν μένω στην Φραγκιά ,μες τα νησιά δεν μένω
Τι το μαθαίνει ο Αλή πασιάς με την αρβανιτιά του,
Και λέει:Ο Αντώνης φράγκεψε και γράφτηκε σολντάτος.


Μετά την σύλληψη του Κατσαντώνη και του αδερφού του Χασιώτη οδηγήθηκαν στα Γιάννενα στον Αλή πασσά . Αυτός προς το παρόν αποφάσισε να μη τον σκοτώσει ((γιατί είναι κρίμα να φονευτεί ένα τέτοιο παλικάρι)),αλλά είχε τον λόγο του .Ο Αλί πασσάς τους έκλεισε στην φυλακή και την παραμονή του Πάσχα του 1809 τους μετέφερε στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων κάτω από ένα πλάτανο ,όπου ήταν τόπος μαρτυρίου και εκτέλεσης πολλών αγωνιστών. Εκεί ένας γύφτος με ένα μεγάλο σφυρί και με ένα αμόνι τους έσπαγε ένα -ένα τα κόκαλα ,έπειτα από τα φριχτά μαρτύρια τα δύο αδέρφια κρεμάστηκαν από τον πλάτανο.
Ο Βαλαωρίτης γράφει ((Ο πλάτανος ητο εν Ιωαννίνοις ο τόπος της καταδίκης και των μαρτυρίων , ο αιμοσταγής Γολγοθάς ,επί του οποίου εβασανίσθησαν τοσούτοι και τοσούτοι ήρωες))
Ο Fauriel συνεχίζει ((η απόφασης εξετελέσθη εις τα Ιωάννινα ,εις την πλατείαν ενώπιον ενός πλήθους Τούρκων ,οι οποίοι προσπαθούσαν με ύβρεις ,με κατάρες και με προσβολές να επαυξήσουν τα βάσανα των δύο θυμάτων)).

Ο Βαλαωρίτης μας αφηγείται με τον δικό του τρόπο τον θάνατο του Κατσαντώνη και του Χασιώτη.


Εσείς όπου τον είδατε ψηλά στα κορφοβούνια ,
σταυραετοί και πέρδικες ,ξεφτέρια, χελιδόνια,
ελάτε να του στήσετε τραγούδι μοιρολόγι.
τον Κατσαντώνη πιάσανε ,κλάψτε πουλιά μου ,κλάψτε.
Δυό γύφτοι τον εστρώσανε δεμένο στο αμόνι
κι αρχίσανε με το σφυρί να τον πελεκάνε,
Σκλήθρες πετάν τα κοκάλα ,σκορπάνε τα μεδούλια
και κειός τηράει τα τον ουρανό και γλυκοτραγουδάει ,
Χτυπάτε με, πελεκάτε με ,
σκυλιά του Κατσαντώνη
δεν τον τρομάζει ο Αλήπασας
φωτιά ,σφυρί και αμόνι.

Η Λαϊκή μούσα συνεχίζει με το παρακάτω άσμα.

Τι έχουν της Γκούρας τα βουνά και στέκουν μαραμένα .
Πό' χουν μεγάλη κορυφή στα σύννεφα κρυμμένη .
Μην τάχα μπόρες και βροχές ,σεισμοί κι αστροπελέκια.
Τα παραδέρνουν άσκοπα και τα βροντοχτυπάνε !
Αρματολός ξακουστός λιοντάρι των Αγράφων
στ' όνομα του έτρεμι η γης όπου πατούσε ,
όταν περνούσε τα βουνά ,γερνούν τον χαιρετούνε!
Σκούζουν αετοί στα σύννεφα ,στα έλατα τα αηδόνια.
δέντρα ,βουνά και σύννεφα ,λουλούδια και γεράνια ,
τρέμουν ,σπαράζουν στ'; όνομα του κλέφτη Κατσαντώνη.



[1] Παλιοκλέφτης

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο Γιώργος Χασιώτης

Ο Γιώργος Χασιώτης ήταν το τρίτο παιδί του τσέλιγκα Γιάννη Μακρυγιάννη.
Ο Γιώργος βγήκε στο βουνό μαζί με τα αδέλφια του Αντώνη Κατσαντώνη και Κώστα Λεπενιώτη.
Ο Γιώργος Χασιώτης πολέμησε με όλους τους Κατσαντωναίους σε όλες τις μάχες που δώσανε με τους τούρκους.
Κάποια στιγμή ο Αντώνης Κατσαντώνης αρρώστησε από ευλογιά και αποσύρθηκε σε μία σπηλιά για να αναρρώσει κοντά στο μοναστηράκι των Αγράφων , ο Γιώργος Χασιώτης μαζί με άλλους οκτώ αγωνιστές πήγαν μαζί του να τον φιλάνε .
Κάποιο πρωί που ξύπνησε ο Χασιώτης λέει στο αδερφό του:

 

Απόψε είδα στον ύπνο μου είδα και στο Όνειρο μου.
Θολό ποτάμι πέρναγα, θολό κατεβασμένο,
ούτε και πέρα πέρασα ,ούτε και δώθε βγήκα ,
μου πέφτει το φεσάκι μου και η φούντα του σπαθιού μου.
Βλέπω τους κάμπους κόκκινους και τα βουνά γαλάζια,
βλέπω δύο ελάφια π'; όβοσκαν σε μια παλιοκαψάλα.
-Ξήγατο Αντώνη μ'; ξήγα το Όνειρο μου.
Γιώργου ,το κόκκινο ,είναι αίματα και τα γαλάζια βόλια.
Τα δύο αδέρφια είμαστε εμείς παλιοκαψάλα οι τούρκοι.

 

Μια ώρα δρόμο μακριά από την σπηλιά υπήρχε μία βρύση που πήγαινε κάθε πρωί ο
Γιώργος Χασιώτης να φέρει νερό στο αδερφό του,ένα πρωί όμως:

 

Σηκώθ'; κει ο Γιώργος την αυγή νερό να πάει να φέρει,
βρίσκει ταμπούρια τούρκικα και τούρκους να φιλάνε.
Και πίσω ο Γιώργος γύρισε και στον Αντώνη πάει.
- Σήκου Αντώνη μ'; να φύγουμε , πάμε κάτου στον Βάλτο.
Μας πρόδωσαν οι φίλοι μας, οι αδερφοποιτοί μας
Πολλοί μαύροι μας πλάκωσαν ,μαύροι σαν καλιακούδια.
Μην είναι ο Τσόγκας πόυ'ρχεται μην είναι ο Λεπενιώτης
ούτ'; είναι ο Τσόγκας πώ' ρχεται , ούτε είναι ο Λεπενιώτες
μον'; ο Μουχουρντάραγας με τους τσοχανταραίους,
φέρνει σαΐνια του πασά ,ασκέρι του βεζίρη.
Και η συντροφιά τον άφησε ,οι φίλοι κι οι δικοί του .
Γιώργος Χασιώτης στάθηκε ο μαύρος αδερφός του
Αντώνη μου μη σκιάζεσαι , στο νου σου μην το βάνεις
Αντάμα θα πεθάνουμε , κι αντάμα θα χαθούμε .
-Τράβα Χασιώτη μ'; τράβηξε να μην χαθείς μ'; εμένα ,
γιατί είναι οι τούρκοι ποιο πολλοί κι σι σε μοναχό σου,
για να γλιτώσεις αδερφέ μου το αίμα μου να σύρεις.

 

Ο Άγος Βασιάρης πολιορκεί την σπηλιά με 700 τουρκαλβανούς και ζητάει από τον Κατσαντώνη να παραδοθεί. Ο Κατσαντώνης καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με τους τουρκαλαβανούς και αποφασίζουν να διαφύγουν .
Ο Χασιώτης παίρνει στους ώμους του τον άρρωστο αδερφό του και προσπαθεί να διαφύγει, τα υπόλοιπα παλικάρια προσπαθούν να καλύψουν την αποχώρησή τους ,πολεμώντας σαν λιοντάρια με την ελπίδα ότι θα τους ακούσει το υπόλοιπο Κατσαντοναίηκο ασκέρι, θα έρθουν για βοήθεια όπως λέει το παρακάτω τραγούδι.
Όμως δεν μπόρεσαν να πάνε μακριά ,έπεσαν πάνω τους οι τούρκαλβανοί τους συνέλαβαν ζωντανούς και τους μετέφεραν στα Γιάννενα στον Αλή πασσά.


Πολλά ντουφέκια πέφτουνε μες΄ το Μοναστηράκι.
Μήνα στο γάμο πέφτουνε ,μήνα στο πανηγύρι;
Ούτε στον γάμο πέφτουνε ούτε στο πανηγύρι.
Κατσαντωναίοι πολεμούν με τους Μουχουρνταραίους .
-Πολέμα Γιώργο δυνατά πολέμα αντρειωμένα,
μήπως ακούσουν τα παιδιά μήπως ακούσει ο Κώστας
να πάνε να τον πιάσουνε στην ράχη στην Κατάρα.

Την παραμονή του Πάσχα του 1809 τα δύο αδέρφια μεταφέρθηκαν στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων κάτω από ένα πλάτανο ,όπου ήταν τόπος μαρτυρίου και εκτέλεσης πολλών αγωνιστών. Εκεί ένας γύφτος με ένα μεγάλο σφυρί και με ένα αμόνι τους έσπαγε ένα -ένα τα κόκαλα ,έπειτα από τα φριχτά μαρτύρια τα δύο αδέρφια κρεμάστηκαν από τον πλάτανο.
Ο Βαλαωρίτης γράφει ((Ο πλάτανος ητο εν Ιωαννίνοις ο τόπος της καταδίκης και των μαρτυρίων , ο αιμοσταγής Γολγοθάς ,επί του οποίου εβασανίσθησαν τοσούτοι και τοσούτοι ήρωες))
Ο Fauriel συνεχίζει ((η απόφασης εξετελέσθη εις τα Ιωάννινα ,εις την πλατείαν ενώπιον ενός πλήθους Τούρκων ,οι οποίοι προσπαθούσαν με ύβρεις ,με κατάρες και με προσβολές να επαυξήσουν τα βάσανα των δύο θυμάτων)).

 

Βιβλιογραφία.

Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.

Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

 

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.

 

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο Κώστας Λεπενιώτης

Ο Κώστας Λεπενιώτης ήταν αδερφός του Κατσαντώνη και πήρε το όνομα του διότι γεννήθηκε στην Λεπενού γύρω στο 1780.
Και τα τέσσερα (Κατσαντώνης , Λεπενιώτης , Χασιώτης , και Χρήστος Κούτσικος)αδέρφια μαζί βγήκαν στο κλαρί και μαθήτευσαν τον ανταρτοπόλεμο κοντά στον αρχηγό των κλεφτών Β. Δίπλα .
Μετά τον θάνατο του Κατσαντώνη και του Χασιώτη όλοι οι κλέφτες κάνανε σύναξη και αποφάσισαν να μην σκορπίσουν αλλά να μείνουν ενωμένοι και να συνεχίσουν τον κλέφτικο βίο κάτω από τις διαταγές του Κώστα Λεπενιώτη.
Ο Κώστας Λεπενιώτης έδρασε κυρίως στην περιοχή των Άγράφων .
Ο Αλή πασσας πίστευε ότι με τον θάνατο του Κατσαντώνη θα ησύχαζε η κατάσταση στα Άγραφα, έξι μήνες αργότερα διαπίστωσε ότι η κατάσταση δεν έχει αλλάξει καθόλου.
Τον Μάη του 1807 ο Λεπενιώτης είχε το λημέρι του στην θέση Παπαδιά στα Άγραφα και πληροφορήθηκε ότι ο Σουλεϊμάν Τότης είχε κατασκηνώσει στα Δαμιανά. Του έστειλε μήνυμα και του λέει πώς ((αν είσαι παλικάρι έλα να με βρεις είμαι στην Παπαδιά)).
Ο Σουλεϊμάν Τότης μάζεψε όλο το ασκέρι του ,ταξίδεψε όλο το βράδυ και την άλλη μέρα το πρωί έφτασε στην Παπαδιά όπου τον περίμενε ταμπουρωμένος ο Λεπενιώτης με τα παλικάρια του.
Στην μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν εξήντα τούρκοι και ανάμεσα τους ο Σουλεϊμάν Τότης.

Η Λαϊκή μούσα μας λέει:

Ο Λεπενιώτης κίνησε να πάει στο Καρπενήσι,
να πάει να κάνει την Λαμπρή και το χριστός Ανέστη.
Και οι γέροντες τον καρτερούν με τα κεριά ανάμενα.
-Πώς πάτε γέροντες με τους παλιοτουρκάδες;
-Καλά περνάμε Λέμπο μου με τους παλιοτουρκάδες
γυναίκες δεν ορίζουμε , παιδιά μας και κορίτσια.
Και του Τσαούση μίλησε ,του ψυχογιού του λέει:
-Μοιράστε γρήγορα μπαρούτι και φυσέκια,
τους Τούρκους για πετάξουμε έξω από το Καρπενήσι.

Ενύσταξα μωρέ παιδιά , και θέλω να πλαγιάσω
και σεις να ξαγρυπνήσετε ,να φιλάτε καραούλι,
να μην πέραση από δω ο Κώστας Λεπενιώτης
Πέρσι πήρε τον γιόκα μου , φέτος τον αδερφό μου.

Νάταν ο Μάης παχνιστής κι ο θεριστής χειμώνας
να κρουσταλλιάσει η θάλασσα ν'; αράξουν τα καράβια,
να μην περάσει ο αρματολός ο Κώστας Λεπενιώτης.
Κι ο Κώστας πέρα πέρασε και πέρασε και πήγε.

Κάποια στιγμή ο Λεπενιώτη και τα παλικάρι του αποφάσισαν να περάσουν στη Λευκάδα για να ξεκουραστούνε.
ΤΟ 1821 Ο Αλη πασσας του στέλνει μήνυμα και του ζητάει να γυρίσει πίσω όχι σαν κλέφτης αλλά σαν αρματολός . Ο Λεπενιώτης δέχτηκε αλλά με τον όρο να μην παρουσιαστεί μπροστά του και προσκυνήσει. Ο Λεπενιώτης και τα παλικάρια του φεύγουν από την Λευκάδα και γυρίζουν στ'; Άγραφα όπου και διορίζεται αρματολός.
Ο Λεπενιώτης όμως ήταν άνθρωπος που δεν δεχόταν μύγα στο σπαθί του και δεν έκανε τα χατίρια των αγάδων της περιοχής.
Έτσι οι αγάδες της περιοχής με τον κατσάμπαση Τσολάκογλου αποφάσισαν να βγάλουν από την μέση τον Λεπενιώτη.
Την Κυριακή του Πάσχα ο Λεπενιώτης βρισκόταν στο Φουρνά και το βράδυ όταν έβγαινε από την εκκλησία τον πυροβόλησαν από τον πύργο του προεστού Γιαννάκη Κωστάκη που ήταν απέναντι από την εκκλησία.
Τα παλικάρια του απέκρυψαν τον θάνατό του και είπαν ότι μεταφέρθηκε στο Ξυρόμερο για να θεραπευθεί, ενώ τον είχαν θάψει στην θέση Ξηροσακούλα.
Η λαϊκή μούσα έγραψε για τον Λεπενιώτη τα παρακάτω τραγούδια:

Εσείς πουλιά πετούμενα , άγρια κι ημερωμένα,
εσείς δουλειά δεν έχετε μες στα χωριά του Βάλτου,
πετάτε πάνω στ'; Άγραφα και στα κεφαλοχώρια,
να βρείτε τους αρματολούς τον Κώστα Λεπενιώτη,
να τους πείτε μυστικά πως θα τον εσκοτώσουν .
Και τα πουλιά τον βρήκανε μεσ'; του Φουρνά την μέση
που έβγαινε από την εκκλησιά με δώδεκα νομάτους .
ήταν η μέρα Πασχαλιά και το Χριστός Ανέστη
Και πριν του πουν το μυστικό πως θα τον εσκοτώσουν
ο Νικόθεος εφώναξε από το παραθύρι:
-((Βαράτε τους αρματολούς τον Κώστα Λεπενιώτη,
πούχουν χαλάσει τα'; Άγραφα πούνε Κεφαλοχώρια)).
Κι ο Λεπενιώτης φώναξε κι αντιλογία του δίνει:
- Νίκο σαν είχες πόλεμο , γιατί δεν μου μηνούσες,
να μάσω τα παλικάρια μου που τάχω σκορπισμένα
και ν' άβλεπες τον πόλεμο του Κώστα Λεπενιώτη!
Τον λόγο δεν απόσωσε τον λόγο δεν απο' είπε
δέκα τουφέκια πέφτουνε κι'; άλλα διακόσια αντάμα
του Νικοθέου η τουφεκιά χτυπάει τον Λεπενιώτη.
Οι σύντροφοι τον άρπαξαν ,τον πήγανε στον Βάλτο!
Σε δυό βδομάδες πέθανε , κι οι κλέφτες των Αγράφων
στο Βάλτο κατεβήκανε τρισάγιο να του κάνουν.

Αντάριασαν τα βουνά ,συννέφιασαν οι κάμποι ,
ο ήλιος βγήκε κόκκινος και το φεγγάρι μαύρο
κι ο καθαρός Αυγερινός να βασιλέψει πάει
κι οι κλέφτες τον καρτέρεσαν και τον συχνορωτάνε :
-((Πες μας καημένε Αυγερινέ ,κάνα καλό χαμπέρι!
-Τι να σας πω μωρέ παιδιά τι να σας μολογήσω;
τον Λεπενιώτη σκότωσαν μες του Φουρνά την μέση)).
ψιλή φωνίτσα έσυρε όσο κι αν ημπορούσε:
((Που να είσαι Τσόγκα μου αδερφέ και πολυαγαπημένε,
πάρε μου το κεφάλι μου το χιλιοτιμημένο,
μη μου το πάρει η αρβανιτιά μ'; αυτόν τον Νικοθέο))!

Αντάριασαν τα βουνά ,συννέφιασαν οι κάμποι ,
Βγήκε ο ήλιος κόκκινος και το φεγγάρι μαύρο,
Κι οι κλέφτες το καρτέρησαν και το συχνοροτούσαν
-Πες μας πες μας αστέρι μας κάνα καλό μαντάτο
-Τι να σας πω μωρέ παιδιά τι να σας μολογήσω ;
Τον Λεπενιώτη βάρεσαν μες το δεξί το χέρι.
Δεν μπορεί να βγάλει το σπαθί να βγάλει το ντουφέκι.
Ψιλή φωνούλα έσυρε ,όσον καν εμπορούσε
-Το πούσε Τσόγκα μ'; αδερφέ και συ Λάμπρο Σουλιώτη,
γυρίστε να με πάρετε ,πάρτε μου το κεφάλι,
να μην το πάρει η τουρκιά κι  αυτός ο Νικοθέος

Συχνολαλούνε τα πουλιά της άνοιξης τ'; αιδόνια
συχνολαλεί μια πέρδικα συχνολαλεί και λέει
-Βγήκε ο Μουχτάρης παγανιά γι'; αυτόν τον Λεπενιώτη!
Κι ου Λεπενιώτης άρρωστος στο χέρι λαβωμένος
τον κλαίει η νύχτα και η αυγή τον κλαίει το μεσημέρι
τον κλαιν τα παλικάρια του ούλα αράδα αράδα.

Ο Λεπενιώτης άρρωστος βαριά γεια να πεθάνει,
τον κλαίει η νύχτα και η αυγή ,το δόλιο μεσημέρι
τον κλαιν και τρεις αρχόντισσες από το Καρπενήσι.
Τον έκλαιγαν και το'; λεγαν:
Κώστα την γνώμη άλλαξε και άλλη γνώμη βάλε ,
για τάξε Κώστα μ τίποτα σε κάνα μοναστήρι.

Έπεσε αντάρα στα βουνά ,συννέφιασαν οι κάμποι
βγήκε ο ήλιος κόκκινος και το φεγγάρι μαύρο
κ'; ο λαμπερός αυγερινός πάει να βασιλέψει.
-Πες μας καημένε αυγερινέ κάνα καλό χαμπέρι;
Τι να σας πω μωρέ παιδιά τι να σας μολογήσω
τον Λεπενιώτη σκότωσαν τον πρώτο καπετάνιο.


Και φυσικά η λαϊκή μούσα δεν θα άφηνε την μητέρα του Λεπενιώτη ,που έδωσε τα τρία παιδιά της στην πατρίδα .


Συχνολαλούνε τα πουλιά της άνοιξης τ'; αηδόνια
και ο Λεπενιώτης άρρωστος στο χέρι λαβωμένος.
Τον κλαίει η νύχτα και η αυγή ,τον κλαίει το μεσημέρι,
τον κλαιν και τρεις αρχόντισσες από το Μεσολόγγι,
τον έκλεγε και η μάνα του κι όλη η συντροφιά του.
-Κώστα τάξε τάματα σ'; όλα τα μοναστήρια,
χίλια φλουριά μες στον Προυσό και χίλια στην Τατάρνα
-Αφέντη μ'; Αι'; Δημήτρη μου , από την Βαριτάδα,
αν δεν σε φκιάσω ολόχρυσο ,αν δεν σε ζωγραφίσω!
Να γέρευε το χέρι μου και το δεξί μου πόδι.
Και αν δεν τον κάψω τον Φουρνά ,μια ώρα να μην ζήσω.

 

Βιβλιογραφία.

Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.

Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

 

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.



Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Γ. Καραϊσκάκης: Τα παιδικά χρόνια του ήρωα

Ένας από τους σπουδαιότερους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης Περίφημος κλέφτης , αρματολός των Αγράφων, στρατάρχης της Ρούμελης, αρχιστράτηγος της Ελλάδας και προπαντός γνήσιος λαϊκός ηγέτης ήταν ο Καραϊσκάκης.
Έδρασε στην περιοχή των Αγράφων της Ευρυτανίας και γενικότερα στη Στερεά.(1782-1827). Ήταν όμως και μια από τις πιο δραματικές μορφές του αγώνα.

Γεννήθηκε το 1782 σε μια σπηλιά 300- 400  μέτρα από το Μαυρομάτη Καρδίτσας στα σημερινά όρια Γράλιστας -Μαυροματίου από μια καλογριά του κοντινού μοναστηριού  Άγιος Γεώργιος, τη Ζωή Ντιμισκή.
Μέχρι το θάνατό του ο Καραϊσκάκης ήταν γνωστός με το όνομα "Ο γιος της Καλογριάς". 

Η  μητέρα του στα νιάτα της ήταν μια πολύ ευγενική και όμορφη γυναίκα που κατάγονταν από το χωριό Σκουλικαριά της Άρτας. Κάποτε παντρεύτηκε κάποιον Γιαννάκη Μαυροματιανό αλλά ο άντρας της πέθανε πολύ  νωρίς.

Για πολλούς ιστορικούς πατέρας του ήταν ο περίφημος αρματολός του βάλτου Δημήτρης Ίσκος ή Καραϊσκος ,ο Γ. Βλαχογιάννης, στο βιβλίο του Καραϊσκάκης, αναφέρει ότι πατέρας του Καραϊσκάκη ήταν κάποιος κάτοικος από το Μαυρομάτη  με το όνομα Πλακιάς. Την ίδια άποψη έχει και ο  Κ. Στεργιόπουλος στα ηπειρωτικά Χρονικά, έτος Γ', 1928 σελ΄.323.
Επίσης η τοπική παράδοση κατηγορηματικά συμφωνεί με τους δυο τελευταίους.

Όπως αναφέραμε ο Καραϊσκάκης γεννήθηκε σε μια σπηλιά όπου ήταν και το πρώτο του κατάλυμα μαζί με την μητέρα του.
Αξίζει να αναφέρουμε ένα αποσπάσιμα από το βιβλίο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΩΤΙΑΔΗ  "ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ" :
 Οι μήνες περνούσαν και το γκάστρι πια δεν κρυβόταν. Να γεννήσει στο μοναστήρι ήταν σκάνδαλο και αμαρτία Την πήγανε σε μια σπηλιά, που τώρα την δείχνουν με περηφάνια οι Μαυρωματιώτες, και σ΄ αυτή, όπως τα' αρκούδια έφερε στον κόσμο το παιδί της. Τα' αφαλόκοψε μοναχή της, συγυρίστηκε η ίδια και το φάσκιωσε με κάτι παλιοκούρελα που μπόρεσε να οικονομήσει! Άνοιξε τον κόρφο της κι έφερε τα χείλια του μωρού στη ρόγα του βυζιού της. Του χαμογέλασε. Ήτανε Μάης κι ολούθε γύρω στη σπηλιά ανθοβολούσε ο βράχος.
Μα γρήγορα συννέφιασε το πρόσωπό της, όταν λογάριασε το τι θ' απογίνουν εκείνο κι αυτή. Η πόρτα του μοναστηριού βρισκόταν πια κλειστή για την αμαρτωλή και το μπάσταρδο. Να πάει στους συγγενείς του αντρός της ; Αμ ποιος θα τη δεχόταν, αφού απίστησε στη μνήμη του μακαρίτη; Να γυρίσει πίσω στο χωριό της; Δε θα συναντούσε άλλο τίποτα εξόν από την καταφρόνια των δικών της. Δεν της απόμενε παρά να τα βγάλει πέρα μοναχή της.
Το παιδί από  μικρό ήταν έρμαιο της τύχης του.
Εκεί στη σπηλιά ζούσε σαν αγρίμι ξυπόλυτο ,νηστικό και χωρίς ρούχα .Η μητέρα του έκανε οτιδήποτε μπορούσε να το βοηθήσει. Αλλά και το κακόμοιρο το παιδί προσπαθούσε όσο μπορούσε να βοηθήσει την μητέρα του . Αλλά όπου και να πήγαινε το έδερναν και τον κακομεταχειρίζονταν. Το φώναζαν (μούλο και μπάσταρδο)
Έτσι μεγάλωνε ανάμεσα στους ξένους, τρώγοντας ξύλο και μπομπότα. Ντύνονταν με κουρέλια με ήλιο και με χιόνι. Ξυπόλητος όπως ήταν χειμώνα καλοκαίρι συνήθισε να περπατάει στις πέτρες και στα χιόνια στ'; αγκάθια και στις τσουκνίδες, ανέβαινε τα βουνά πιο γρήγορα από τα κατσίκια που φύλαγε ,έγινε ένα με αυτά έμαθε τα κατατόπια και τα περάσματα σκαρφάλωνε μαζί τους εκεί που δεν πήγαινε άνθρωπος ,γιατί μαζί τους αισθάνονταν καλύτερα πιο άνετα ,έβλεπε τον κόσμο από μακριά.

Σε ηλικία οκτώ ετών έχασε την μητέρα του τον μόνο άνθρωπο που του φέρονταν ανθρώπινα. Η ζωή του έγινε κόλαση.
Οι ξένοι καταφρόνεσαν το παιδί περισσότερο από ποτέ και γύρευαν μ' αδιάκοπη δούλεψη να τους πλερώνει το ξεροκόμματο που του έδιναν να φάει.
Όταν τσακώνονταν με κάποιο άλλο παιδί μαζευόντουσαν όλοι  μαζί , τον έδερναν και τον αποκαλούσαν μπάσταρδο και μούλο  άσχετα αν είχε δίκιο η όχι.
 Όλα τα κρίματα και τις αδικίες τις φόρτωναν πάνω του .
Γνώριζε πολύ καλά πως ότι και να γίνονταν όσο δίκαιο και να είχε δεν θα το έβρισκε ποτέ ,δεν υπήρχε ένας ώμος να ακουμπήσει και να κλάψει η κάποιον άνθρωπο να ζητήσει βοήθεια, ζούσε μονός του σαν τον αγρίμι.
Η Φτώχια  ,η μιζέρια κα η αδικία ήταν η μόνη του συντροφιά και έτσι κάποια στιγμή εγκαταλείπει το Μαυρομάτι και πηγαίνει στη Γράλιστα (Ελληνόπυργο).
 Εκεί έξω από το χωριό βρίσκει μια σπηλιά  (σπηλιά του Λώλου) και κατασκηνώνει.

Στη σπηλιά  κοιμόταν πάνω στο χώμα και σκεπάζονταν με κλαριά και κουρέλια έκλεβε ότι χρειάζονταν για να μπορέσει να ζήσει. Τα μόνα του όπλα για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την ζωή  ήταν η σβελτάδα του και το κοφτερό του μυαλό.

Ήταν τέτοια η ζωή του που  μέχρι πριν μερικά χρόνια  οι μανάδες όταν ήθελαν να μαλώσουν τα παιδιά τους έλεγαν :

-Σαν τον Καραϊσκάκη θα καταντήσατε, βρε!

Όταν πήγε στην Γράλιστα στην αρχή τα παιδιά του χωριού τον κυνήγησαν άγρια αλλά σιγά σιγά συνειδητοποίησαν ότι ο Καραϊσκάκης ήταν πιο έξυπνος και πιο σβέλτος απ'; αυτούς και άρχισαν να τον κάνουν παρέα. Με τον καιρό το ταλαιπωρημένο από την ζωή αλλά πανέξυπνο παιδί κατάφερε να τους επιβληθεί , να γίνει αρχηγός τους και να φτιάξουν μια ψευτοσυμμορία .Στην αρχή η ομάδα του Καραϊσκάκη ξεκίνησε με πετροπόλεμο με τα παιδιά από τα διπλανά χωριά ,έπειτα άρχισαν να κλέβουν φρούτα ,αργότερα άρχισαν να κλέβουν κότες και αργότερα γίδια και πρόβατα.

Οι κλεψιές μεγάλωναν συνέχεια  και η φήμη ότι η συμμορία του  Καραϊσκάκη έκλεβε ζώα και ότι έκανε τον καπετάνιο πέρασε τα σύνορα της Γράλιστας και η τοπική κοινωνία ζήτησε την βοήθεια της τούρκικης εξουσίας.  Κάποια στιγμή ένα τουρκικό απόσπασμα έφτασε στη Γράλιστα.
Πέρασε από το δάσος της Αγίας -Μαρίνας, με σκοπό να φθάσει στον Αϊ-Θανάση  να κυκλώσει το χωριό για να συλλάβει τον Καραϊσκάκη και τους συντρόφους του.

Αλλά ο Καραϊσκάκης τους αντιλήφθηκε και βγήκε πιο μπροστά στον Αϊ- Θανάση.
Τους άφηνε να σιμώσουν και σαν πλησίασαν ίσα με λίγες δρασκελιές έδωσε το πρώτο πολεμικό του πρόσταγμα: "Βαράτε παλικάρια".
Τρεις τζοχατζαραίοι σκοτώθηκαν και οι άλλοι τόβαλαν στα πόδια για να γλιτώσουν . Κατά τη ντόπια παράδοση ο Καραϊσκάκης ήταν τότε 18 χρονών.
Μετά τη μάχη μάζεψαν τα ντουφέκια και ότι άλλο είχαν οι σκοτωμένοι Τούρκοι, τους έκοψαν και τα κεφάλια και γύρισαν στο χωριό.
 Εκεί υποχρέωσαν το μοναδικό γύφτο,  (σιδηρουργό), να γδάρει τα τούρκικα κεφάλια και να τα γεμίσει με χόρτο για να τα στείλουν πίσω στον Πασά. Ο γύφτος από τον φόβο του τρελάθηκε .


Το δεύτερο κατόρθωμά του γίνηκε σε κάτι βαφτίσια (δεύτερη μέρα του Πάσχα) στη Γράλιστα (Ελληνόπυργο), όπου πήγανε να γλεντήσουν και να δειχτούν.
 Άμυαλα ακόμα καθώς ήτανε, καταφρόνησαν τον κλέφτικο νόμο πως ποτέ δεν πρέπει να κονακιάζουν το βράδυ εκεί όπου περάσανε τη μέρα τους.
Δώσανε οι τσασίδες (κατάσκοποι) είδηση στο ντερβέναγα και σε λίγο πλάκωσε η Τουρκιά και μπλοκάρισε το σπίτι ( του Αηδόνη) όπου μένανε. Τότες για πρώτη φορά άστραψε το πολεμικό δαιμόνιο του Καραϊσκάκη.

 -Πάρτε, λέει στ' άλλα κλεφτόπουλα, ότι κάπες είναι κι' άμα ανοίξω την πόρτα να τις πετάξετε όξω όλοι με μιας.

Όπως το 'πε γίνηκε. Ακούνε οι Τούρκοι ν' ανοίγει η πόρτα και μισοξεχωρίζουν μέσα στο σκοτάδι τις κάπες κι αδειάζουν πάνω τους με μιας όλα τους τα ντουφέκια. Ώσπου να τα ξαναγεμίσουν, χιμάν όξω τα κλεφτόπουλα, ζαρκάδια στα ποδάρια, ροβολάνε τον κατήφορο και γίνονται άφαντα. Μα στον Καραϊσκάκη δεν έφτασε πως γλίτωσε. Ήθελε κιόλας να ξευτελίσει τον ντερβέναγα. Οδηγεί λοιπόν απ' άλλον δρόμο τα παλλικαρόπουλά του, πιάνει ένα ψήλωμα στις πλάτες των Τούρκων και τους ρίχνει από κει δυο-τρεις κοροϊδευτικές μπαταριές...

Ο Καραϊσκάκης μετά από τα γεγονότα που αναφέραμε Δε μπορούσε να σταθεί στη Γράλιστα. Ανέβηκε πιο ψηλά στ' 'Άγραφα.

Και να τι λέει η λαϊκή μούσα για τα πρώτα χρόνια του Καραϊσκάκη ...;.

Οι κλέφτες προσκύνησαν και γίνηκαν ραγιάδες,
κι ένα μικρό κλεφτόπουλο Δε θέλ' να προσκυνήσει
ψηλά στην πέτρα κάθονταν, τον ταμπουρά λαλούσε
"εγώ ραγιάς Δε γίνομαι, χαράτσι δεν πληρώνω"

Μεγάλωσε ανάμεσα στους ξένους τρώγοντας "ξύλο και μπομπότα", πότε στο Μαυρομμάτι και πότε στη Γράλιστα και πότε στο Λεοντίτο. Όπως ήταν φυσικό έζησε μια ζωή γεμάτη στερήσεις ,κακομοιριά και αδικία, γι' αυτό έγινε δύστροπος και καβγατζής, ατίθασος και νευρικός. Δεν υπολόγιζε κανέναν και έκανε πάντα του κεφαλιού του. Όμως Παρ'; όλα τα βάσανα των παιδικών του χρόνων ο Καραϊσκάκης έζησε ελεύθερος στα Τζουμέρκα και στα Άγραφα ,σαν τσοπάνος μακριά από την τούρκικη φοβέρα.

Αργότερα μεγαλώνοντας κατατάχτηκε στα αρματολίτικα σώματα των Αγράφων, όπου ξεχώρισε για την παλικαριά και την εξυπνάδα του. Διετέλεσε πρωτοπαλίκαρο του Κατσαντώνη και ήταν ένας από τους τρεις που πυροβόλησαν και σκότωσαν το Βεληγκέκα. Αναμείχθηκε στους πολέμους του Αλή Πασά των Ιωαννίνων άλλοτε ως σύμμαχος και άλλοτε ως αντίπαλος. Αντιπροσώπευσε τα Άγραφα σε σύσκεψη μυημένων στα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας για την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα που πραγματοποιήθηκε στη Λευκάδα το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου 1821. Δεν πήρε μέρος στα πρώτα χρόνια της επανάστασης γιατί η Διοίκηση και κυρίως ο Μαυροκορδάτος τον υποψιάζονταν πως ήταν σε συνεννόηση με τους Τούρκους. Η διαμάχη εξάλλου ανάμεσα στους προύχοντες και τους οπλαρχηγούς οδήγησε και τα δυο μέρη πολλές φορές σε ακρότητες. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, η δε γενναιότητά του καθώς και τα χωρατά του έμειναν στην ιστορία.

Όταν μεγάλωσε όμως δεν ξέχασε την μιζέρια την φτώχια και την αδικία που πέρασε στα παιδικά του χρόνια. Γι'; αυτό συμπονούσε τον αδύνατο και κατηγόραγε όσους του φέρνονταν άδικα. Συχνά, όταν πια μεγάλωσε έλεγε:
-Όποιος γίνεται αφέντης χωρίς να γίνει δούλος, είναι μπάσταρδος αφέντης κι αλίμονο στο δούλο.

 

 

 

 

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Η μητέρα του Καραϊσκάκη

Από λιανοπαίδι ακόμα ο αγαπημένος μου ήρωας ήταν ο Καραϊσκάκης.


Διάβασα πρώτη φορά γι αυτόν σε ένα βιβλίο της σχολικής βιβλιοθήκης σε ηλικία εννέα ετών. Εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ,  που από τότε δεν άφησα βιβλιογραφία που  αναφέρεται σε αυτόν,  να μην την ξεσκονίσω.

Για τον Καραϊσκάκη ήξερα τα πάντα . Τουλάχιστον ότι μπορούσα να μάθω εκείνη την εποχή με την περιορισμένη βιβλιογραφία του σχολείου μου.

Η παραπάνω βιβλιογραφία ανέφερε και μικρότερη μάχη  που είχε δώσει ο καπετάνιος. Τις κουβέντες του ,τα ελαττώματά  του ,τις αρρώστιες του και  τα κατορθώματά του. Δεν ανέφερε όμως πουθενά, ποιοι ήταν οι γονείς του. Είξερα μόνο ότι η μητέρα του ήταν καλόγρια  και γι΄ αυτό τον  αποκαλούσαν  «γιο της καλόγριας»

Λέξη παραπάνω!

Ούτε ποια ήταν, ούτε από πού ήρθε, ούτε τι απέγινε ...;

 Μεγαλώνοντας,  η παραπάνω απορία μου έγινε ένα μεγάλο πάθος.

Έπρεπε οπωσδήποτε να βρω ποιοι ήταν οι γονείς που έφεραν στη ζωή  αυτόν τον ήρωα.

Εκείνα τα χρόνια βέβαια η βιβλιογραφία ήταν περιορισμένη και αυστηρά ελεγχόμενη.

Από την μεταπολίτευση και μετά,  δημιουργήθηκαν νέοι εκδοτικοί οίκοι , με πιο πλούσια  και πιο αξιόλογη βιβλιογραφία. Ψάχνοντας για τον αγαπημένο μου ήρωα σιγά-σιγά έμαθα και γι άλλους αγωνιστές όπως και για κάποιες αλήθειες που τα προηγούμενα χρόνια ήταν ταμπού. Έτσι μπήκα στο μαγικό κόσμο της λαογραφίας αλλά και στον υπέροχο αλλά σκληρό κόσμο των πιο ανεξάρτητων Ελλήνων, των Σαρακατσαναίων.

Με την πληθώρα βιβλίων που άρχισε να έρχεται σιγά -σιγά, κάποια στιγμή έφτασα και στους γονείς του Καραϊσκάκη και ιδιαίτερα στην τραγική μητέρα του.

Η ανυπομονησία όλων των προηγούμενων χρόνων ξαφνικά μετατράπηκε σε έκπληξη και οργή.

 Μητέρα του Καραϊσκάκη ήταν η Σαρακατσάνα Ζωή Ντιμισκή ,αδερφή του περίφημου Σαρακατσάνου κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και πρώτη ξαδέρφη του διαβόητου αρματολού του Βάλτου και Ξηρομέρου Γώγου Μπακόλα. Σε μικρή ηλικία παντρεύτηκε κάποιον Γιαννάκη Μαυρομάτη .Ο άντρας της όμως πέθανε γρήγορα και έτσι αποφάσισε να καλογερέψει. Πήγε  λοιπόν σε κάποιο μοναστήρι του Άγιου Γεωργίου που ο ηγούμενος ήταν γνωστός της.

Εκεί,  κάποια στιγμή κονάκιασε ο φοβερός αρματολός του Βάλτου Δημήτρης Καραϊσκος. Είδε την όμορφη και νέα καλόγρια έπλεξε τα δίχτυα του και κοιμήθηκε μαζί της. Με αυτή την άποψη συμφωνούν οι περισσότεροι ιστορικοί  (Περραιβός ,Γαζής, Βλαχογιάννης)

Κατ΄ άλλους, πατέρας του Καραϊσκάκη ήταν ο επίσης Σαρακατσάνος κλέφτης Αραπογιάννης .

Όταν γέννησε , συνειδητοποίησε την σκληρή πραγματικότητα της κοινωνίας της.

Φίλοι, ηγούμενοι  ακόμη και οι εκλεκτοί επισκέπτες, την πέταξαν σαν σκουπίδι έξω από το μοναστήρι με ένα παιδί στην αγκαλιά.

Εκείνη την εποχή η άτυχη μητέρα είχε την ανάγκη όλων. Ειδικά του ηγούμενου, που απ'; ότι φαίνεται εκτελούσε τις διαταγές του και οποιαδήποτε άλλα θελήματα , για να μπορέσει να παραμείνει στο μοναστήρι .

Μετά την έξοδο της από το μοναστήρι και μέσα στην απελπισία της η άτυχη μάνα αποφάσισε να δώσει το παιδί της σε μια άκληρη γυναίκα ενός τσέλιγκα την Πουλιάνα για να μπορέσει να εργαστεί .

Αυτή άρχισε να γυρίζει στα χώρια και να πουλάει διάφορα μοναστηριακά είδη, για να μπορέσει να εξασφαλίσει τα αναγκαία εφόδια για το παιδί της αλλά και για την ίδια.

Μετά από οκτώ χρόνια η Ζωή Ντιμισκή μια ατιμασμένη καλόγρια, μια γυναίκα μόνη, απελπισμένη και χωρίς βοήθεια, όπως ήταν αναμενόμενο πέθανε από τις κακουχίες ...;
προσπαθώντας να εξασφαλίσει τα απαραίτητα εφόδια για το παιδί της.

Το θέμα είναι πως σύμφωνα με τα παραπάνω η άτυχη Ζωή Ντιμισκή κάποια στιγμή έμεινε έγκυος , σε  μια πολύ δύσκολη εποχή . Όχι μόνο διότι ήταν μια χήρα γυναίκα ,αλλά ήταν και καλόγρια που έφερε στον κόσμο ένα νόθο παιδί.

Κατά την προσωπική μου  άποψη, τα προβλήματα της άτυχης γυναίκας είχαν ξεκινήσει πιο πριν . Ξεκίνησαν από την ημέρα που παντρεύτηκε και αποχωρίστηκε την οικογένεια της.

Σύμφωνα με τα ήθη και έθιμα εκείνης της εποχής όταν μια γυναίκα παντρεύεται φεύγει για πάντα από την οικογένεια του πατέρα της . Είναι ξένη, ανήκει αλλού.
Η άτυχη Ζωή αυτό το ήξερε πολύ καλά και όταν η ατυχία την χτύπησε για δεύτερη φορά , με το να χάσει τον άντρα  και προστάτη της, ήξερε πως δεν είχε περιθώρια να γυρίσει στην οικογένεια της . Αλλά δεν είχε ούτε τα  περιθώρια για μια αξιοπρεπή ζωή  .

Έτσι αποφάσισε να πάει να γίνει καλόγρια σε κάποιο μοναστήρι ,που υποτίθεται πως ο ηγούμενος ήταν γνωστός της και θα είχε κάποια μορφή προστασίας.

Σύντομα όμως  απ'; ότι φαίνεται, η άτυχη γυναίκα συνειδητοποίησε ότι και μέσα στο μοναστήρι οι κανόνες της επιβίωσης δεν ήταν καλύτεροι απ'; ότι ήταν έξω.

Κατάλαβε ότι και το μοναστήρι ακόμα δεν μπορούσε να της εξασφαλίσει την απαιτούμενη στήριξη, αλλά  και την  προστασία από κάποιους εκλεκτούς επισκέπτες! Έτσι αποδέχτηκε την μοίρα της ...;

Ο Καραϊσκάκης δεκαπέντε ετών παράτησε την ποιμενική ζωή και κατατάχτηκε σε ένα σώμα κλεφτών.
Ξέρουμε επίσης ότι ο Καραϊσκάκης έβριζε πολύ ήταν απότομος και σκληρός έτσι όπως σκληρή ήταν και η ζωή μαζί του. Από μικρό παιδί γνώρισε την αδικία την κακουχία, τον κατατρεγμό και τον εξευτελισμό, αντιμετώπισε όλα τα κρίματα της κοινωνίας του λες και ήταν αυτός υπεύθυνος για όλα τα κακά και τα άδικα , συνέβησαν στην μητέρα του ή που συνέχισαν να συμβαίνουν γύρω του. Αργότερα συνελήφθη από τους τουρκαλβανούς μεταφέρθηκε στα Γιάννενα φυλακίστηκε βασανίσθηκε , αλλά οι πίκρες οι αδικίες και οι κακουχίες της ζωής του είχαν γίνει πλέων βίωμα τον θέριεψαν και τον έκαναν να  επιβιώσει και να γίνει ο μεγάλος ήρωας του 21!
Εκείνα τα δύσκολα χρόνια του κατατρεγμού , και του εξευτελισμού , κυνηγημένος στα βουνά ή κλεισμένος  στη φυλακή στα Γιάννενα , ο Καραϊσκάκης χρειάζονταν κάτι που να τον ξεκουράζει και να του δίνει κουράγιο και σίγουρα αυτό το  κάτι ήταν η μητέρα του η μόνη που του φέρθηκε ανθρώπινα.

Την σχέση του Καραϊσκάκη με τον πατέρα του δεν την γνωρίζουμε. Ούτε ξέρουμε αν έδωσε κάποια βοήθεια στο «παιδί της καλόγριας», όταν  αυτό την χρειάζονταν.
Ξέρουμε μόνο ότι ο μεγάλος ήρωας στην σφραγίδα του το 1916 υπέγραφε σαν Καραϊσκος και από μικρό παιδί το προσωνύμιό του ήταν «ο γιος της καλόγριας».

 

Για την Ζωή Ντιμισκή  καταφέραμε και μάθαμε κάποια πράγματα επειδή ήταν η μητέρα του ήρωα . Όμως πόσες άλλες μητέρες εκείνης της εποχής είχαν την ίδια ή και χειρότερη τύχη απ'; αυτή,  χωρίς να μάθει ποτέ κανείς κάτι γι αυτές!

Πόσες μητέρες αναγκάστηκαν να αποχωριστούν τα παιδιά τους, είτε για να μπορέσουν αυτά να ζήσουν μία καλύτερη ζωή, είτε για να τα σώσουν από τους διάφορους κινδύνους της εποχής εκείνης!

Τελειώνοντας θα ήθελα να συμπληρώσω ότι οι ήρωες δεν γίνονται από την μια στιγμή στην άλλη. Χρειάζονται πρότυπα. Πολλές φορές οι μητέρες αποτελούν τα πρότυπα για τα παιδιά τους. Πολύ δε περισσότερο, η  Ζωή Ντιμισκή  που έκανε τα πάντα για το παιδί της, τον μεγάλο αυτόν ήρωα του 21!! Εκείνη ήταν σίγουρα  το μεγάλο και μοναδικό πρότυπο του ήρωα !!

Αν υπήρχε κάποιος τρόπος να ρωτήσουμε τον καπετάνιο, για ποιόν ήταν πιο υπερήφανος,  για την μάνα του ή για τον πατέρα του ,είμαι βέβαιος για την απάντηση ...;.

RSS: Θέματα, Σχόλια
Powered by Pathfinder blogs

Lamia Blogs GreekBloggers.com