Τα σαρακατσιάνικα

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Ο Λύγκος και ο Φαρμάκης (Μια παλιά Φθιωτική ιστορία)

 Κάποτε στα πλαίσια της έρευνας για το γενεαλογικό δέντρο των Καλλιωραίων συνάντησα τον Μπάρμπα Λάμπρο Καλλιώρα από το Καλαμάκι (Ντερβένι) Φθιώτιδος. Ο Μπάρμπα Λάμπρος μου μίλησε για κάποιον Σπύρο Καλλιώρα απο το Τσαμάλι (Διόνυσος Βοιωτίας) μικροκαπετάνιο που έδρασε στην περιοχή του Καλαμακίου και του του Οθωμανικού. Ο Σπύρος Καλλιώρας κάποια στιγμή εγκατέλειψε το Τσαμάλι και πήγε στο Ντερβένι (Καλαμάκι) Φθιώτιδος. Απ ότι φαίνεται στο Καλαμάκι είχε φιλικές σχέσεις με κάποιον Κώστα Κατσαμάκη ή Κουμπάρο (ονομάστηκε έτσι επειδή έκανε πολλές κουμπαριές) που μάλιστα κάποια στιγμή κουμπάροι. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Λάμπρου Καλλιώρα, ο Κατσαμάκης πρόσφερε στον Σπύρο Καλλιώρα, γη στην περιοχή του Ντερβενίου, Σύμφωνα με την παράδοση ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Κατσαμάκης ήταν σταυραδέρφια ,επίσης σταυραδέρφια ήταν μαζί τους και κάποιος Κώστας Λιάκος από την Τσοπαλνάτα(Λυγαριά Λαμίας) γιος του Δημήτρη Λιάκου καπετάνιου του 21 από το Καρπενήσι . Ο Λάμπρος Καλλιώρας στην αφήγηση του μου είπε ότι ήταν πολλά σταυραδέρφια που ούτε ο ίδιος ήξερε ποια και πόσα ήταν και είχαν και μια σταυραδερφή. Περνώντας τα χρόνια ο μικροκαπετάνιος Σπύρος Καλλιώρας έδρασε στην περιοχή του Ντερβενίου και του Οθωμανικού της Νότιας Θεσσαλίας που εκείνη την εποχή ήταν υπό Οθωμανική κατοχή και γίνονταν προσπάθειες για την απελευθέρωση της . Συνεπαρμένοι από αυτή την ιδέα ο Σπύρος Καλλιώρας , ο Κώστας Λιάκος από την Τσοπαλνάτα, ο Κώστας Κουμπάρος από το Ντερβένι, ο Κώστας Κούτρας ακουστός και έμπειρος κλέφτης, τα περισσότερα από τα σταυραδέρφια και πολλοί άλλοι Έλληνες της περιοχής αποφάσισαν να μπουν στην Θεσσαλία. Έτσι γύρω στα 100 (Πάρα πολλά για να περάσουν απαρατήρητοι) με επικεφαλής δυο ντόπιους καπεταναίους τον Λύγκο και τον Φαρμάκη από την Μοσχοκαριά Φθιώτιδος  αποφάσισαν να μπουν στην Θεσσαλία για να προκαλέσουν θέμα και να ξεκινήσει η επανάσταση. Σύμφωνα πάντα με την αφήγηση του Λάμπρου Καλλιώρα η ομάδα κάποια στιγμή έφτασε στην Μάντρα Τρικάλων. Αυτή η άποψη μάλλον δεν πρέπει είναι σωστή. Το χωριό Μάντρα που ανέφερε ο μπάρμπα Λάμπρος δεν είναι στα Τρίκαλα αλλά έξω από την Λάρισα. Η Λάρισα ανέκαθεν είχε πάρα πολύ τούρκικο στρατό και θα ήταν πολύ παρακινδυνευμένο να πάνε εκεί και να προκαλέσουν επαναστατικό επεισόδιο. Όταν έφτασαν εκεί Question markαπό ένα τυχαίο γεγονός σκότωσαν έναν Τούρκο χωρικό που είχε πάει με το μουλάρι να μαζέψει ξύλα. Όπως αναφέραμε και παραπάνω μαζί τους ήταν ο έμπειρος και παλιός κλέφτης ο Κώστας Κούτρας που τους συμβούλεψε να φύγουν από την περιοχή και να πάνε να κρυφτούν κάπου με ασφάλεια. Οι περισσότεροι δεν τον άκουσαν. Ο Κ. Κούτρας πήρε την ομάδα του και έφυγε και οι άλλοι έπεσαν να κοιμηθούν πάνω σε έναν λόφο.
Όταν το μουλάρι γύρισε μόνο του στο σπίτι η οικογένεια του Τούρκου χωρικού κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά και ειδοποίησε τον στρατό. Ο Τούρκικος στρατός είχε ήδη ειδοποιηθεί ότι στα βουνά υπάρχουν αντάρτες και το βράδυ κατάφερε να τους περικυκλώσει χωρίς εκείνοι να τους αντιληφθούν. Σύμφωνα με την αφήγηση του μπάρμπα Λάμπρου Καλλιώρα το πρωί που ξύπνησαν οι Έλληνες κατάλαβαν ότι ήταν περικυκλωμένοι. Από την μάχη που ακολούθησε από τους πολιορκημένους Έλληνες δεν γλύτωσε κανένας.
Μια εβδομάδα αργότερα όταν οι συγγενείς του Κώστα Λιάκου από την Τσοπαλνάτα όταν πήγαν να πάρουν το πτώμα του συγγενή τους , βρήκαν όλα τα πτώματα πεταμένα σε ένα ρέμα μισοφαγωμένα από τα αγρίμια. Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Λάμπρου Καλλιώρα από αυτή την μάχη βγήκε ένα τραγούδι που το τραγουδούσαν κάποτε στα χωριά της Λαμίας και του Δομοκού. Δυστυχώς ο Μπάρμπα Λάμπρος θυμόταν μόνο την αρχή.
"Τι τ'άθελες βρε Λύγκο
 Τι τ'άθελες Φαρμάκη
 Βρε Λύγκο βρε Φαρμάκη
με τσιγκελό μουστάκι" ...

Από εκείνη την ημέρα έβαλα σκοπό να βρω όχι τόσο το ιστορικό εκείνης της μάχης αλλά την συνέχεια του τραγουδιού. Κάποια στιγμή στην Λυγαριά πάνω σε μια κουβέντα με τον μπάρμπα Γιώργο τον Κοντογιώργο (από το γένος των Αλοφραπαταίων) μου είπε ότι ήξερε το τραγούδι που αναφέρονταν στην μάχη αλλά θυμόταν μόνο την αρχή.
"Οι κλέφτες μπεζερίζονται
βρε Λύγκο βρε Φαρμάκη" ...
Μου είπε επίσης ότι σε εκείνη την μάχη είχε πάρει μέρος και ένας προγονός του κάποιος Αλαφροπάτης και κάποιος Κούτρας παλιός και έμπειρος κλέφτης. Αργότερα τυχαία συναντήθηκα με τον Κώστα Κουκούλη από το Καλαμάκι που ήξερε καλά την ιστορία με την μάχη. Ο Κ. Κουκούλης μου είπε ότι αυτή η μάχη δεν έγινε στην Μάντρα Τρικάλων αλλά στον Κόζιακα (Κερκέτιον όρος) , ένα βουνό των Τρικάλων και ότι όλοι αυτοί δεν πήγαν για να ξεσηκώσουν την Θεσσαλία αλλά για πλιάτσικο. Στον Κόζιακα, το πρωινό πριν την επίθεση οι Τούρκοι αμόλησαν ένα κοπάδι γελάδια κατά πάνω στους Έλληνες και έπειτα τους έκαναν επίθεση. Από τους περικυκλωμένους Έλληνες δεν γλύτωσε κανένας.

Αρκετά χρόνια αργότερα σε ένα τραπέζι συναντήθηκα με τον Σαρακατσάνο Βαγγέλη Καραχάλιο και πάνω στην κουβέντα μου είπε ότι το ήξερε το τραγούδια αλλά δεν το θυμόταν καλά. Μου έδωσε δύο παραλλαγές έτσι όπως τις ήξερε αυτός.
"Πολλά ντουφέκια πέφτουν βρε Λύγκο,
 βρε Λύγκο, βρε Λύγκο,
βρε Φαρμάκη, και φοβερά βροντάνε.
 Μήτε σε γάμο πέφτουν βρε Λύγκο,
βρε Λύγκο μήτε σε πανηγύρι,
 βρε Λύγκο, βρε Λυγκούδι,
ούτε σε γάμο πέφτουν, βρε Λύγκο, βρε Φαρμάκη
 μα πέφτουν μές΄τον τόπο μας στα κλέφτικα λημέρια,
βρε Λύγκο βρε Φαρμάκη και τσιγκελό μουστακι.
Χαλάσανε την κλεφτουριά τον Λύγκο, τον Φαρμάκη και τον καπετάνιο. Βαρέσανε τον σταυραετό βρε Λύγκο ,βρε Λύγκο.
Τον Λύγκο τον Φαρμάκη, με τσιγκελό μουστάκι.

"Πολλά ντουφέκια πέφτουν βρε Λίγκο , βρε Λίγκο,
βρε Λίγκο βρε Φαρμάκη, με τσιγκελό μουστάκι.
Μήτε σε γάμο πέφτουν βρε Λίγκο, βρε Λίγκο
μήτε σε πανηγύρι, βρε Λίγκο, βρε Λιγκούδι,
ούτε σε γάμο πέφτουν, βρε Λίγκο, βρε Φαρμάκη
πέφτουν μέσα σε Ζημιάριζα Question mark
Σκοτώσανε την κλεφτουριά βρε Λίγκο, βρέ Φαρμάκη,
τον Λίγκο τον Φαρμάκη, με τσιγκελό μουστάκι.

Σύμφωνα με τον Βαγγέλη Καραχάλιο αυτό το τραγούδι το χόρευε ο Μπάρμπα Αριστείδης Καλτάς μαζί με τον Περικλή Τυμπλαλέξη, μέσα στο κονάκι . Επίσης αυτό το τραγούδι το χόρευε ο θείος του, αδερφός της μητέρας του ο γέρο Δημήτρης Ζέρβας. Μου είπε επίσης ότι εκείνα τα χρόνια οι Σαρακατσαναίοι δεν είχαν όργανα αλλά τραγουδούσαν με το στόμα και όταν χόρευαν οι παλιοί μέσα στα κονάκια οι νέοι έβλεπαν και μάθαιναν. Στην συνέχεια για περισσότερες πληροφορίες ο Βαγγέλης Καραχαλιος με παρέπεμψε στον Σαρακατσάνο Κώστα Τυμπλαλέξη ο οποίος είναι λάτρης της Σαρακατσάνικης παράδοσης, γνώστης και συλλέκτης παλιών δημοτικών τραγουδιών. Και πράγματι ο Κώστας ο Τυμπλαλέξης αποδείχτηκε κινητή βιβλιοθήκη. Όχι μόνο ήξερε το τραγούδι που αναφέρονταν στην μάχη αλλά μας έδωσε και τις περισσότερες πληροφορίες για αυτήν. Σύμφωνα με τον Κώστα Τυμπλαλέξη τους καπεταναίους Λίγκο και Φαρμάκη και όλη την ομάδα τους, κάποιος τους κατέδωσε στους Τούρκους και αυτοί μετά την μάχη τους αποκεφάλισαν ,παλούκωσαν τα κεφάλια τους και τα περιέφεραν στην Λάρισα και στα Τρίκαλα.

Το τραγούδι που μας έδωσε ο Κώστας ο Τυμπλαλέξης είναι το παρακάτω.

"Οι κλέφτες μπερμπερίζονται,
βρε Λύγκο, βρε Λύγκο, βρε Λύγκο,
βρε Φαρμάκη και κόβουν τα μαλλιά τους.
Και ο ένας στον άλλον έλεγε, βρε Λύγκο, βρε Λύγκο,
 βρε Λύγκο, βρε Φαρμάκη και ένας στον άλλον λέει.
Άσπρους λαιμούς που έχουμε βρε Λύγκο, βρε Λύγκο,
βρε Λύγκο βρε Φαρμάκη και όμορφους τσαμπάδες.
Τι κάνουν για τα Τρίκαλα, βρε Λύγκο, βρε Λύγκο,
βρε Λύγκο, βρε Φαρμάκη, της Λάρισας παζάρι.
Να τα τηράν Τρικαλινές, βρε Λύγκο, βρε Λύγκο,
Βρε Λύγκο, βρε Φαρμάκη και Λαρισινές Κυράδες
να τα θωρούν να χαίρονται βρε Λύγκο, βρε Λύγκο,
βρε Λύγκο, βρε Φαρμάκη και να τα καμαρώνουν".

Κάνοντας μια ιστορική έρευνα για του δυο ληστές Λύγκο και Φαρμάκη   κατέληξα στα παρακάτω συμπεράσματα.
Όλα τα παραπάνω γεγονότα διατηρηθήκαν και σώθηκαν χάρη της παράδοση και του προφορικού λόγου.
Σύμφωνα με την έρευνα όπως θα δούμε παρακάτω τα γεγονότα, τα πρόσωπα  και τα τραγούδια εκείνης της εποχής επειδή μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα εχουν αλλοιωθεί και εχουν μπερδευτεί με διάφορα άλλα τραγούδια και άλλα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκείνη την εποχή σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδος.

Ας ξεκινήσουμε από τα τραγούδια. Όλα τα παραπάνω τραγούδια θα πρέπει να είναι παραλλαγές από τα ηπειρώτικα τραγούδια "Οι κλέφτες οι παλιοί" και "Οι Κλέφτες Βελτσιστινοί."
 
Ορέ οι κλέφτες έξω οριμπερίζονταν μπω, μπω,
ορέ οι κλέφτες παιδιά μου οι κλέφτες
με τα γυαλιά μπερμερίζονταν, μπω, μπω
ορέ οι κλέφτες παιδιάμ' οι κλέφτες ορέ
 και στρίβαν τα μουστάκια τους
άντε ορέ και ο καπετάνιος κοίταζε μπω, μπω.
Όμορφα κεφάλια πού'χωμαι μπω μπω
ορέ οι κλέφτες, παιδιά μου οι κλέφτες
ορέ και μαύρα είναι τα μαλλιά μας μπω, μπω,
ορέ οι κλέφτες παιδιά μ' οι κλέφτες
ορέ και δεν μας πρέπει κρέμασμα ουδέ και καρμαγιόλα,
μόνο μας πρέπουν τα βουνά και οι όμορφες ραχούλες.

Ψάχνοντας να βρω ιστορικά στοιχεία για τους Καπεταναίους  Λύγκο και Φαρμάκη διαπίστωσα ότι ληστής με το όνομα  Λύγκος δεν υπήρξε ούτε στην Φθιώτιδα αλλά και ούτε σε όλη την κεντρική Ελλάδα. Οι  Λυγκαίοι (Ο Αρχηλήσταρχος Γεώργιος Λύγκος, ο επιλεγόμενος γέρος ή  παππούς και ο ανιψιός του  ο λήσταρχος Αναστάσιος Λύγκος, ο επιλεγόμενος και Λεβέντης), ηταν οι  θρυλικοί ληστές από το Χέλι της Ερμιονίδος,  αλλά δεν είχαν καμία  σχέση με την Φθιώτιδα..
Ο ληστής Ιωάννη Φαρμάκης ή Τζιτζιλώνης Ιωάννης, ηταν Σαρακατσάνος από το χωριό Τσιρνοβίτι (Παλιοκερασιά) του δήμου Πτελεατών της Φθιώτιδας, ηταν  μέλος της συμμορίας των Αρβανιτάκηδων και μάλλον είναι ο ληστής Φαρμάκης που ψάχνουμε  και σε αυτόν αναφέρονται τα παραπάνω τραγούδια .
alt
Ο Ιωάννης Φαρμάκης η Ιωάννης Τσιτσιλώνης άρχισε το ληστρικό του βίο από την επαρχία Φθιώτιδας και σκοτώθηκε στο Δήλεσι στις 9 Απριλιου το 1870 στην γνώστη υπόθεση με την σφαγή των ξένων διπλωματών.
Επικηρύχτηκε με την υπ' αριθ. 8497/21 Αυγούστου 1867 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας και κατατάχθηκε στη Γ' τάξη των ληστών, με αμοιβή για τη σύλληψη ή το φόνο του 1000 δρχ. και για την αποτελεσματική κατάδειξή του 500 δρχ. Στις «Παρατηρήσεις» σημειώνεται: «φονεύθη ε0ς Δήλεσι τήν 9 πριλίου» και: «φονεύθη τήν 9 ε0ς Δήλεσι». (ΓΑΚ - Αρχείο Βακάλογλου, αρ. εγγρ. 692 α/α 27 & αρ. εγγρ. 695 α/α 236 & αρ. εγγρ. 695 α/α 252 και Αιμ. Αθηναίου, ο.π., σελ. 538,545).
Ξέρουμε ότι εκείνα τα χρόνια οι ληστές για να μπορούν κρύβονται από τις διωκτικές αρχές άλλαζαν συνέχεια ονόματα τους. Ίσως ο Ιωάννης Φαρμάκης,  η Τσιτσιλώνης να ηταν το ίδιο πρόσωπο με τον Λύγκο που αναφέρετε στο τραγούδι. Όπως βλέπουμε και στην φωτογραφία  το  τσιγκελό του μουστάκι  ταιριάζει απόλυτα στον χαρακτηρισμό του τραγουδιού. Ο Ιωάννης Φαρμάκης όμως δεν σκοτώθηκε στον Κόζιακα αλλά κοντά στο Μαρκόπουλο από τις καταδιωκτικές αρχές μετά τα γεγονότα στο Δήλεσι.  

Αξίζει να  προσέξουμε στην παραλλαγή που μας έδωσε ο Βαγγέλης Καραχάλιος και αναφέρει την τοποθεσία Ζημιάριζα.


"Πολλά ντουφέκια πέφτουν βρε Λίγκο , βρε Λίγκο,
βρε Λίγκο βρε Φαρμάκη, με τσιγκελό μουστάκι.
Μήτε σε γάμο πέφτουν βρε Λίγκο, βρε Λίγκο
μήτε σε πανηγύρι, βρε Λίγκο, βρε Λιγκούδι,
ούτε σε γάμο πέφτουν, βρε Λίγκο, βρε Φαρμάκη
πέφτουν μέσα σε Ζημιάριζα Question mark

Η Ζημιάριζα  σαν λέξη δεν έχει κάποια σημασία αλλά ούτε δηλώνει κάποια τοποθεσία. Στην Αττική κοντά στην Νέα Μάκρη όμως εκείνη την εποχή υπήρχε το σαρακατσάνικο χωριό Ξυλοκέριζα  και είναι κοντά στην περιοχή που διαδραματίστηκε η καταδίωξη και εξόντωση των ληστών στο Μαρκόπουλο μετά την σφαγή στο Δήλεσι.  
Αν είναι έτσι και το αναφερόμενο τοπωνύμιο είναι Ξυλοκεριζα της Αττικής και όχι Ζημιάριζα τότε το τραγούδι γράφτηκε και τραγουδήθηκε για τον Ιωάννη Φαρμάκη ή Λύγκο και τον θάνατο του μετά την καταδίωξη του από τις διωκτικές αρχές και δεν έχει καμία σχέση με τα γεγονότα στον Κόζιακα.
Η μάχη στον Κόζιακα στην οποία αναφερθήκαμε θα πρέπει να έγινε γύρω στα 1880 με 1900 και οι εμπλεκόμενοι είχαν μπει στην Θεσσαλία για πλιάτσικο . Το 1918 η εφημερίδα των Βαλκάνιων σε ένα χρονογράφημα της έγραψε: Κάθε χώρα έχει και κάποιο διακριτικό η Ελλάδα έχει την ληστεία. Δεν μπορεί να υπάρξει Ελλάς δίχως ληστάς , δίχως κλαρί, δίχως βασιλεία του βουνού.
Η ελληνική ληστεία ζυμωμένη με τα ιερότερα εθνικά κατορθώματα δεν είναι δυνατόν να τερματίσει την παράδοση της. Ο Μπαμπάνης , ο Γιαγκούλας και οι λοιποί βασιλείς των ορέων κρατούν με αυταπάρνηση την ελληνική παράδοση. Οι περισσότεροι ληστές εκείνης της εποχής είχαν μεταξύ τους δεσμούς αίματος. Τα μέλη τους οι επικεφαλής και τα πρωτοπαλίκαρα η και πολλά μέλη ηταν αδέλφια, ξαδέλφια η σταυραδέρφια όπως στην δική μας περίπτωση.
 Την τραγική καθημερινότητα εκείνης της εποχής μας την δίνει ο βρετανός ιστορικός E. J. Hobsbawn: «Αυτό που έχει σημασία σχετικά με τους κοινωνικούς ληστές, είναι ότι είναι χωρικοί που ζουν στην παρανομία, τους οποίους ο αφέντης και το κράτος θεωρούν εγκληματίες, αλλά που παραμένουν στα πλαίσια της αγροτικής κοινωνίας και θεωρούνται από τους χωρικούς ήρωες, αγωνιστές, εκδικητές, πολεμιστές της ελευθερίας, ακόμα και αρχηγοί απελευθερωτικών αγώνων, και οπωσδήποτε άνδρες που αξίζουν το θαυμασμό και την υποστήριξή τους»

Εκείνη την εποχή οι έντιμοι πολίτες δεν ήξεραν από πού να φλεχτούν και ηταν αναγκασμένοι από τον φόβο τους να δίνουν στους κλέφτες ψωμί και στους χωροφύλακες χαμπέρι. Μια τραγική πραγματικότητα που ανάγκαζε τους πολίτες να βγουν στο βουνό και να γίνουν κλέφτες η ληστές. Κάπως έτσι φαντάζομαι και τους πρωταγωνιστές της παραπάνω ιστορίας μας. Μια ομάδα από σταυραδέρφια και κάποιους άλλους φίλους συγγενείς κλπ που μπήκαν στο Οθωμανικό για να πλιατσικολογήσουν και να γυρίσουν. Φαίνεται ότι τα πράγματα δεν πήγαν καλά είτε προδόθηκαν είτε ηταν άτυχοι και σκοτώθηκαν, τα κεφαλιά του παλουκώθηκαν και περιφέρονταν στα Τρίκαλα και στην Καρδίτσα. Δεν ξέρουμε τι έγινε μάχη ούτε ξέρουμε που ακριβώς έγινε αλλά σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα η λαϊκή μούσα κάπου μπέρδεψε τα γεγονότα και τα πολεμικά κατορθώματα εκείνης της εποχής.  Ο ληστής Ιωάννης Φαρμάκης και ο Λύγκος ηταν το ίδιο πρόσωπο που οι φίλοι του και οι θαυμαστές του για να εξυμνήσουν τον θάνατο διασκεύασαν το ηπειρώτικο τραγούδι Οι κλέφτες οι παλιοί και το έφτιαξαν  έτσι ώστε να συντηρεί την μνήμη του. Κάποιοι άλλοι Συμπατριώτες τους σε κάποια άλλη παρόμοια κατάσταση δανείστηκαν το τραγούδι του για να εξυμνήσουν τον θάνατο των δικών τους ανθρώπων.  
Πριν τελειώσουμε κάλο θα ηταν να ασχοληθούμε λίγο με το έθιμο της αδερφοποίησης.

Το έθιμο της αδερφοποίησης που απ' ότι φαίνεται ήταν πολύ διαδεδομένο εκείνη την εποχή. Κάποτε έπεσε στα χέρια μου η περιοδική έκδοση του συνδέσμου Σαρακατσαναίων Φθιώτιδος "Τα Δέοντα των Σαρακατσαναίων" και διάβασα το άρθρο του Ηρακλή Κυροδήμου με θέμα η αδερφοποίηση. Γράφει ο Ηρακλής Κυροδήμος σε κάποιο απόσπασμα του άρθρου του. Οι Σαρακατσάνοι σαν τραχείς άνθρωποι, σαν σκηνίτες και σαν προβατάρηδες δεν είχαν μόνιμη κατοικία. Την άνοιξη ανέβαιναν στα βουνά και το χνιόπορου στα χαμπλώματα, έτσι ζούσαν μόνιμα με τον κίνδυνο αντιμέτωποι είτε με τα στοιχεία της φύσεως, είτε με ληστές, είτε με άλλους κινδύνους. Έτσι είχαν την ανάγκη από υποστήριξη γιαυτο το έθιμο της αδερφοποίησης ήταν πολύ διαδεδομένο στην φυλή μας. Η παραπάνω τελετή (αδερφοποίηση) για τους Σαρακατσαναίους γίνονταν στα κονάκια όπου φώναζαν τον παπά και διάβαζε τις ανάλογες ευχές. Το τελετουργικό της αδερφοποίησης γίνονταν από δυο άντρες κι ένα κορίτσι η τέσσερις άντρες και ένα κορίτσι ή ακόμη από σαράντα άντρες και ένα κορίτσι. Μετά το τελετουργικά πάντα ακολουθούσε καθιερωμένο γλέντι. Ένας χορός που χορεύεται ακόμη και σήμερα από τα χορευτικά των Σαρακατσαναίων όλης της Ελλάδος είναι ο σταυρωτός χορός που αναφέρεται στο πανάρχαιο έθιμο της σταυραδερφωσίνης. Οι Σαρακατσάνοι λένε ότι αδερφοποιήσεις γίνονταν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα. Στο Μακρολίβαδο του Δομοκού το 1890 έγινε τελετή αδερφοποίησης με σαράντα άντρες κι ένα κορίτσι. Σταυραδερφή ήταν η Δημητρούλα Καπετανάκαινα 12 χρονών. Στην αδερφοποίηση συμμετείχε και ο Ηρακλής Κυροδήμος (Γερακλής)
Αν παραπάνω αδερφοποίηση που αναφέρει ο Ηρακλής Κυροδήμος είναι η ίδια στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω στην ανάρτηση μας και έπειτα από την επικοινωνία που είχα μαζί του τότε σε αυτήν την αδερφοποίηση θα πρέπει να συμμετείχαν οι παρακάτω.
Δημητρούλα Καπετανάκαινα, Κατσαμάκης-Κουμπάρος Κώστας ,Καλλιώρας Σπύρος ,Λιάκος Κώστας,Κούτρας Κώστας,Αλαφροπάτης (Κοντογιώργος),
Κυροδήμος Ηρακλής (Γερακλής) ,Καπετανάκος, Στριφτάρας , Ντελής, Χαλβαντζής
Θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους αναφέρονται στο κείμενο όπως επίσης και τον Εκπαιδευτικό και Δημοσιογράφο Γεώργιο Δημητρίου για τις πληροφορίες και την φωτογραφία που μου έδωσε για τον ληστή Ιωάννη Φαρμάκη. .

Βιβλιογραφία
http://www.lavanitsa.gr/wp-content/uploads/2016/03/%CE%97-%CE%93%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BB%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%B1.pdf

http://www.militaryhistory.gr/articles/view/229

http://www.emena.gr/wp-content/uploads/2008/11/285-308_mixopoulou.pdf

https://sotosalexopoulos.blogspot.gr/2010/07/8.html

http://www.fteri-fthiotidos.gr/index.php/2012-03-21-21-30-43.html


Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Λαμία. 3ο Διεθνές επιστημονικό συνέδριο Σαρακατσαναίων......

alt



Κυρίες και κύριοι, συντοπίτες και συντοπίτισσες, συναφίτες και συναφίτισες μας Η πόλη μας η Λαμία θα έχει την τιμή στις 4-5-6 Μαρτίου να φιλοξενήσει το 3ο παγκόσμιο επιστημονικό συνέδριο Σαρακατσαναίων. Είναι μια εκδήλωση που τιμά την πόλη μας ενισχύει την τουριστική κίνηση της πόλης μας, αναδεικνύει την Σαρακατσάνικη και τοπική παράδοση.. Το συνέδριο που διοργανώνει η Πανελλήνια Ομοσπονδία συλλόγων Σαρακατσαναίων τελεί υπό την αιγίδα της Προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας, της περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος, Περιφερική Ενότητα Φθιώτιδος, του Δήμου Λαμίας, του Δήμου Στυλίδας και του συνδέσμου Σαρακατσαναίων νομού Φθιώτιδος "Ο Κατσαντώνης" . Στο συνέδριο θα έχουμε την τιμή και χαρά να παρακολουθήσουμε ιστορικά και λαογραφικά θέματα που αφορούν τους πλέον ανεξάρτητους Έλληνες που από τον τρόπο ζωής τους αναδείχτηκαν οι μεγαλύτεροι καπεταναίοι της επανάστασης όπως ο Καπεταν Δίπλας ,ο Κατσαντώνης, ο Καραΐσκος, ο Καραϊσκάκης , ο Λεπενιώτης, ο Τσόγκας, ο Χασιώτης, ο Μπακόλας, ο Λιακατάς και χιλιάδες άλλους απλούς αγωνιστές. Εν όψη του συνεδρίου αξίζει τον κόπο να δούμε τι έχουν γράψει οι διάφοροι ιστορικοί και οι αυτόπτες μάρτυρες της επανάστασης του 1821 για αυτούς.

Ο P.L. Fermor "Ρούμελη . Οδοιπορικό στη Βόρεια Ελλάδα" Οι Σαρακατσαναίοι ξύπνοι και ανεξάρτητοι - αντίθετα προς τους Αρβανιτόβλαχους που καλόπιαναν τους πασάδες και δούλευαν βοσκοί στα κοπάδια τους - είχαν ένα αδάμαστα ήθος για την ελευθερία. "Εμείς και τα μοναστήρια ήμασταν το στήριγμα σε όλους τους ξεσηκωμούς" λένε και οι ίδιοι καυχησιάρικα. Η κλεφτουριά ήταν δική τους.

Ο Patric Leigh Fervor γράφει, ότι δύο από τους μεγαλύτερους κλέφτες ήταν Σαρακατσαναίοι . Ο Κατσαντώνης και ο Καραϊσκάκης.

Ο γερουσιαστής Τσιγκόλης έγραφε για τον Λογοθέτη Ζώτο ή Γκαβοστεργιο.

Ο Λογοθέτης Γκαβοστέργιος από τον Φουρνά Ευρυτανίας γόνος μεγάλης σαρακατσάνικης οικογένειας, μετά την σύλληψη και τον απαγχονισμό του αδερφού του Γιώργου Γκαβοστέργιου και την διαρπαγή της περιουσίας του από τους Τούρκους "3500 γιδοπρόβατα, 50 βόδια, 20 άλογα, και 25 μουλάρια" γύρισε από την πόλη όπου διέμενε και δαπάνησε για την συντήρηση πολεμικού σώματος , του οποίο διοικούσε ο ίδιος , πάνω από 700.000 γρόσια , πρόσφερε δε και στην πόλη του Μεσολογγίου σε μία μόνο μέρα δύο φορτία (καΐκια ) καλαμπόκι.

Ο Κ. Αβραάμ "Ρουμελιώτες αγωνιστές του εικοσιένα", αναφέρει τον Σαρακατσάνο τσέλιγκα Παναγή Ζαράγκα από τον Καρβασαρά ,ο οποίος κατά την διάρκεια του αγώνα με χαρακτηριστική αυτοθυσία , διέθεσε όλα τα πρόβατά του για την διατροφή των αγωνιστών του Μεσολογγίου χωρίς πληρωμή. Επικεφαλής δε όλων των συγγενών και τσοπαναραίων του πήρε μέρος σε πάμπολλες μάχες της δυτικής Ρούμελης κατά την διάρκεια της πολιορκίας του Μεσολογγίου.

Ο Γιάννης Κορδάτος γράφει ότι "πλείονα των γεωργών πρόσφεραν οι ποιμένες . Τούτων τα ζώα αποτέλεσαν την κύρια τροφή των μαχομένων είς τα όρη κατά τα μαύρα έτη 1825- 1827, απ' αρχής δε ανακούφισαν μεγάλως την αρχέγονόν μας απιμελητείαν".

Ο καθηγητής Διονύσιος Μαυρογιάννης αναφέρει (οι Σαρακατσαναίοι Θράκης , κεντρικής και ανατολικής Μακεδονίας) σελ. 91-92 ότι οι ποιμένες Σαρακατσάνοι όχι μόνον επάνδρωσαν ένα μεγάλο μέρος του Αρματολισμού και της κλεφτουριάς αλλά και τροφοδότησαν σε σταθερή συνεχή βάση επί αιώνες τις ένοπλες ομάδες πριν και κατά τον αγώνα της παλιγγενεσίας . Ιδιαίτερα κατά την επανάσταση του 1821, οι Σαρακατσαναίοι είχαν κυριολεκτικά επωμιστεί αυτοβούλως και αφιλοκερδώς την ευθύνη της επιμελητείας στρατευμάτων πολλών περιοχών ,όπως τούτο επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες αρχηγών (Θ. Κολοκοτρώνης).

Στον μακεδονικό αγώνα επίσης στις αρχές του αιώνα ,οι Σαρακατσάνοι των ορεινών περιοχών είχαν καταστήσει τα τσελιγκάτα τους κρησφύγετο και ορμητήριο των Μακεδονομάχων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την διάρκεια της επανάστασης στην Πελοπόννησο υπήρχαν πολλοί Σαρακατσαναίοι σύμφωνα με τον Δ. Συράκη και την Αγγελική Χατζημιχάλη.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έλεγε: Τα πρόβατα μας έφερναν από τα είκοσι ,από τα τριάντα , από τα σαράντα το ένα και μας τα έδιναν με ευχαρίστηση τους. Ο Κυριάκος Τσόλης εχάρισεν εκατόν είκοσι τραγιά εις το στρατόπεδο από τη Ζαράχωβα. Η τροφή όλου του στρατεύματος ήρχετο από τη Γαστούνη .Τόσο τακτική ήταν η ζωοτροφία , τέσσερες χιλιάδες σφαχτά , ογδόντα κεφάλια γελάδια , ψωμί από την Γαστούνη. Μάλιστα αναφέρεται ότι οι Κολοκοτρωναίοι ενδιαφέρονταν στη διάρκεια του πόλεμου (1823-1825) να κρατούν το Ναύπλιο για να κατεβαίνουν ανεμπόδιστα στα χειμαδιά οι νομάδες κτηνοτρόφοι.

Ο Σπύρος Μελάς γράφει ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης , μετά την πρώτη νίκη στον Αϊ Θανάση και την διάλυση του στρατοπέδου στην Καρύταινα, "λυσσομανούσε που δεν είχε δικό του στρατό , να μπορεί να ενεργεί όπως θέλει". Από τα τσοπάνικα όμως βουνίσια χωριά τα δικά του πούχαν άντρες γερούς για να μπορέσει να φτιάξει σώμα , να στηριχτεί ο πληθυσμός έλειπαν ακόμα κάτω στα χειμαδιά. Έπρεπε να περιμένει λίγες μέρες που θ' ανέβαιναν να τους στρατολογήσει.

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης γράφει ότι οι Σαρακατσαναίοι ήταν αυτοί ((που συστηματικά έβγαλαν από μέσα τους και έθρεψαν και θέριεψαν την ελληνική κλεφτουριά . Αυτούς η τουρκική αρχή κατέτρεχε ,αλλά που να βρει, τους χωρίς χωριά και σπίτι κινητούς εκείνους πληθυσμούς που μπροστά στο κίνδυνο έφευγαν από επαρχεία σε επαρχεία και όχι σπάνια γύρευαν καταφύγιο σε ξένο τόπο μακρινό με τα γιδοπρόβατά τους)). Ο ίδιος συγγραφέας συνεχίζει. Από την άγρια αδάμαστη ζωή των Σαρακατσαναίων αλλά και άλλων λαών της Ρούμελης, μάλιστα των λαών του Βάλτου ξεπήδησαν οι φοβερότεροι κλέφτες, οι παλιοί και ληστές έπειτα οι διάδοχοι των πρώτων. Από τους κλέφτες αναδείχτηκαν οι ποιο μεγάλοι αρματολοί . Όπως και άλλοι σκόρπιοι στην Ρούμελη Καραϊσκοι , σπίτια ξένα το καθένα από τα αλλά , θα ήταν στη αρχή γιδάρηδες ή προβατάρηδες ,πολλοί από αυτούς μάλιστα Σαρακατσάνοι.

Ο Ηλίας Βενέζης γράφει στην εφημερίδα "Ακρόπολης" στις 5 Μαρτίου 1961 :οι Σαρακατσαναίοι δώσανε πολλούς Αρματολούς και κλέφτες. Ο Π. Φωτάκος (Βίοι Πελοποννησίων ανδρών), αναφέρει : πολεμιστές ήσαν τσοπαναραίοι απ' τις φάρες των βλαχοποιμένων , που λέγονταν και «σκηνίται» και ήσαν «Ρουμελιώται».

Ο Χρ. Στασινόπουλος γράφει στο βιβλίο του "Ο Νικηταράς": λόγοι ταξικοί αλλά και εδαφικοί συντέλεσαν ώστε τα σώματα της κλεφτουριάς να προέρχονται κατά την συντριπτική τους πλειοψηφία από την τάξη των γεωργοκτηνοτρόφων , η ανεξάντλητη και φυσική εφεδρεία της κλεφτουριάς ήταν οι αγρότες -κτηνοτρόφοι . Ο εμποράκος , ο βιοτέχνης , ο τοκογλύφος , ο κοτζαμπάσης ,ο καραβοκύρης δεν γίνονταν κλεφτές.

Ο Χριστοβασίλης λέει ότι πώς η Ελληνική ποιμενική φυλή των Σαρακατσαναίων υπήρξε το έρεισμα του κλέφτικου βίου στη δυτική στερεά Ελλάδα , στην Ευρυτανία ,στ' Άγραφα , στο Ασπροπόταμο , στα Χάσια και στον Όλυμπο.

Ο Στέφανος Γρανίτσας γράφει πώς οι ράτσα των Σαρακατσαναίων έδωσε στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα τον Κατσαντώνη ,τον Λεπενιώτη, τον Στουρνάρα, τον Χασιώτη , τον Λιακατά, τον Τσόγκα, τον Δίπλα, και χίλιους άλλους τουρκομάχους, επί πλέων δε διέσωσε την ελληνική κτηνοτροφία κατά το εικοσιένα.

Ο Κώστας Κωτσοκάλης "Ο Κατσαντώνης της Ρωμιοσύνης" γράφει ότι οι Βλάχοι "Σαρακατσαναίοι" είναι εκείνοι που δημιούργησαν προεπαναστατικές ένοπλες δυνάμεις ,αυτοί ξεσηκώθηκαν πρώτοι και πλαισίωσαν και συντήρησαν το εικοσιένα.

Η ιέρεια των Σαρακατσαναίων Αγγελική Χατζημιχάλη γράφει για τους Σαρακατσαναίους : το μεγαλύτερο μερτικό των Σαρακατσαναίων ,στον αγώνα του έθνους , ήταν η καθολικότερη ανώνυμη δράση τους . Όλα τ' αρματολίκια και όλοι οι ηρωικοί οπλαρχηγοί πολύ πριν την μεγάλη επανάσταση εξουσιάσανε τα βουνά και μεγαλουργήσανε ,γιατί είχαν τους Σαρακατσάνους ,όχι μόνο αποκούμπι και οδηγούς στα λημέρια τους ,αλλά και άγρυπνη οπισθοφυλακή ,που προάσπιζε πάντα τις επιχειρήσεις.

Ο Διονύσης Μαυρογιάννης γράφει: Οι ποιμένες Σαρακατσάνοι όχι μόνο επάνδρωσαν ένα μεγάλο μέρος του αρματολισμού και της κλεφτουριάς αλλά και τροφοδότησαν σε σταθερή και συνεχή βάση επί αιώνες τις ένοπλες ομάδες , πριν και κατά τον αγώνα της παλιγγενεσίας. Τούτο εξηγεί και τις υφιστάμενες μαρτυρίες για την εκ του πλησίον διαβίωση Σαρακατσαναίων ποιμένων και κλεφτών επαναστατών , και τις ταυτόχρονες μετακινήσεις των μεν και των δε στα καλοκαιρινά και χειμερινά βοσκοτόπια. Ιδιαίτερα κατά την επανάσταση του 1821 ,οι Σαρακατσαναίοι είχαν κυριολεκτικά επωμισθεί ,αυτοβούλως και αφιλοκερδώς , την ευθύνη της επιμελητείας στρατευμάτων πολλών περιοχών. Ο Γιάννης Μποτός "Οι Σαρακατσάνοι" γράφει ότι η μεγάλη και αδάμαστη δόξα των Σαρακατσαναίων στάθηκε ο κλεφταρματωλισμός . Ούτε γράμματα καλλιέργησαν ,ούτε τέχνες , ούτε πολιτισμό ανέπτυξαν ένεκα η φύση της δουλειάς και ο τρόπος ζωής τους . Μα τα άρματα τα κράτησαν γερά , τα τίμησαν και τα δόξασαν ενάντια στους Τούρκους καταχτητές.

Όπως καταλαβαίνουμε όλοι μας η πόλης μας η Λαμία για τρεις ημέρες θα είναι το κέντρο ενδιαφέροντος της Ελλάδος, Γιαυτο τον λόγο εκτιμούμε ότι σαν κάτοικοι της Φθιωτικής γης έχουμε χρέος να συμπαρασταθούμε τον σύνδεσμο Σαρακατσαναίων Φθιώτιδος συμμετέχοντες στο πανελλήνιο συνέδριο Σαρακατσαναίων .

Η θεματολογία του συνεδρίου είναι τέτοια που συνιστάται για ερευνητές ,ιστορικούς, λαογράφους , ιατρούς, ,κτηνιάτρους, διατροφολόγους, ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους , διδάσκαλους ,καθηγητές , μουσικούς, χορευτές ,στιχουργούς ,τραγουδιστές ,πρακτικούς , κτηνοτρόφους κλπ

Πληροφορίες για το συνέδριο θα βρείτε:

http://www.e-sarakatsanaioi.gr/el/

Σύνδεσμος Σαρακατσαναίων Φθιώτιδος ο «Κατσαντώνης»

Τσακάλωφ 6 τηλ 2231021765


Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Σαρακατσάνα μητέρα.

alt

Το παρακάτω θέμα θα ήθελα να το αφιερώσω στον θεματοφύλακα της σαρακατσαναίηκης παράδοσης την σαρακατσάνα μητέρα . Αναμφισβήτητα η εργασία της σαρακατσανας ήταν σκληρή. Από μικρό κορίτσι έτρεχε κοντά στα πρόβατα και μοιραζόταν τις δουλειές της στάνης ισάξια με τα αρσενικά αδέρφια της και όταν γύριζε στο κονάκι την περίμεναν οι δουλειές του κονακιού που τις μοιράζονταν με την μητέρα της τις αδερφές τις και την γιαγιά της. Όταν η σαρακατσάνα παντρευόταν και έκανε παιδιά τότε ο οι αρμοδιότητες της μεγάλωναν. Πέρα από το να τα ταΐσει και να τα τρανέψει τα παιδιά της είχε την ιερή υποχρέωση να τους μεταδώσει και τον σαρακατσαναίηκο τρόπο ζωής . Το βράδυ δίπλα στην φωτιά με τα παραμύθια ,τις οικογενειακές ιστορίες , τους μύθους ,τους θρύλους , τις παροιμίες, τα αινίγματα και όλη την ημέρα με τις συμβουλές τις υποδείξεις και τις απαγορεύσεις μάθαιναν τα λιανοπαίδια τι είναι σαρακατσαναίηκη παράδοση. Ήταν τέτοια η σαρακατσαναίηκη παράδοση που τα μικρά σαρακατσανόπουλα μάθαιναν να σέβονται πάνω απ' όλα την μητέρα τους (δεν είναι τυχαίο που όλοι οι Σαρακατσαναίοι αποκαλούν την μάνα του μητέρα και όχι μαμά). Παράλληλα μάθαιναν να σέβονται τις μητέρες των άλλων και γενικότερα όλες τις γυναίκες . Στην σαρακατσαναίηκη διάλεκτο κανένας δεν θα βρει λέξη που να είναι υβριστική προς την γυναίκα διότι η σαρακατσάνα είχε κερδίσει με το σπαθί της την εμπιστοσύνη της σαρακατσαναίηκης κοινωνίας. Για πολλά χρόνια οι σαρακατσάνες ήταν οι πιο περιζήτητες νοικοκυρές. Πρώτες ξυπνάγανε το πρωί και τελευταίες κοιμόντουσαν το βράδυ, ήταν αυτές που δεν άφηναν τίποτα στην τύχη, από το νοικοκυριό ,την διατροφή της οικογένειας ,την φροντίδα των παιδιών ,το κοπάδι, το άρμεγμα ,το φτιάξιμο του τυριού κλπ. Η διαπαιδαγώγηση της σαρακατσάνας μητέρας προς τα παιδιά της είχε σαν απώτερο σκοπό την αποφυγή της ντροπής της οικογένειας της από τις πράξεις και τα έργα των μελλών της γιατί έτσι την έμαθε η μητέρα της και έτσι όφειλε να κάνει και αυτή με τα δικά της παιδιά. Έχω ακούσει απίστευτες ιστορίες για διάφορες σαρακατσάνες ,αυτή που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν για μια σαρακατσάνα που επέστρεφε από το κοπάδι στο χωριό της. Ήταν ετοιμόγεννη και πάνω στη στράτα ήρθε η ώρα να γεννήσει. Στηρίχτηκε πάνω σε ένα δέντρο γέννησε μόνη της το παιδί της το πήρε στα χέρια της και συνέχισε το δρόμο για το σπίτι της (είναι πραγματική ιστορία). Οι σημερινές μητέρες για τον παραμικρό λόγο τσιρίζουν πάνω από τ' αυτιά των παιδιών τους προσπαθώντας να τα μαλώσουν για κάτι που αυτά τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνουν γιατί δεν τους έχουν εξηγήσει ποιο είναι το σωστό και πιο είναι το λάθος. Στην σαρακατσαναίηκη κοινωνία όμως, όλοι ήξεραν τι να κάνουν και τι όχι, ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος ,και όταν ερχόταν η ώρα να μαλώσει η μητέρα του ή η γιαγιά του το παιδί καθότανε μπροστά του στύλωνε τα μάτια της στα δικά του και σου μίλαγε με τέτοιο τρόπο που καταλάβαινες ότι η φωνή της δεν έβγαινε από τον λάρυγγα της αλλά από την ψυχή της. Το πρώτο πράγμα που αισθάνονταν το παιδί ήταν το συναίσθημα της μητέρας του ή της γιαγιάς του και καταλάβαινε ότι δεν το μάλωνε γιαυτό που έκανε, αλλά γιατί δεν το έκανε ικανό μην κάνει αυτό που έκανε και αυτή απέτυχε να μεταδώσει στο παιδί της αυτά που της έμαθε η δική της μητέρα. Το παιδί από την πλευρά του στεκόσουνα όρθιος μπροστά της με το κεφάλι κατεβασμένο με το δάκρυ να τρέχει κορόμηλο. Δεν έκλαιγε για αυτό που έκανε αλλά έκλαιγε γιατί ντροπιάστηκε πρώτα στα μάτια της μητέρα του και στην οικογένεια του γενικότερα. Όπως έχω αναφέρει η ο σρακατσαναίηκος τρόπος ζωής δυστυχώς έχει σβήσει για πάντα εδώ και μισό αιώνα περίπου ,αυτό που πρέπει να κάνουμε εμείς ανάλογα με τα βιώματα μας είναι να περισώσουμε ότι μπορούμε από την θαυμάσια σαρακατσαναίηκη κοινωνία.


Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Έφυγε ο τελευταίος γνήσιος Σαρακατσάνος....

Κάποτε διάβαζα για τους Σαρακατσαναίους ότι οι Σαρακατσάνοι φημίζονται για τον ανυπότακτο χαρακτήρα τους. Ήταν ψύχραιμοι και αγέρωχοι πολεμιστές, χαρακτηριστικά που απέκτησαν τόσο από τον σκληρό νομαδικό βίο όσο και από την διαβίωσή τους υπό αντίξοες συνθήκες στα βουνά.

Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ  κάποτε έγραψε ... .....

«Αν δει κανείς τους Σαρακατσάνους να περιφέρονται σε μια επαρχιακή πόλη, ξαφνιάζεται από την κορμοστασιά, την υπερηφάνεια και την ευγένειά τους. Ο Σαρακατσάνος δεν φοβάται ν' ατενίσει τον ήλιο κατάματα.

Ο Μπάρμπα Γιώργος ο Κοντογιώργος συγκέντρωνε πάνω του όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Έμαθε να περιπατάει κοντά στα πρόβατα από τότε που γεννήθηκε ανεβοκατέβαινε τα βουνά και πήρε από αυτά το πνεύμα της ανεξαρτησία και της ελευθερίας όπως όλοι οι πρόγονοι του. Αψύς αεικίνητος και σκληρός με τον εαυτό του γιατί έτσι τον έμαθε η ζωή του. Στο περιβόλι που διατηρώ στο χωριό τον είχα σύντροφο. Η φωνή του δυνατή και καθάρια σαν τα νερά των βουνών που τον ξεδίψαγαν. Δεν είχε δεύτερη κουβέντα, Ο λόγος του συμβόλαιο και δεν σήκωνε αμφισβητήσεις. Όλη την ημέρα τον έβλεπα κοντά στα πρόβατα. Οι διαταγές του ακούγοντας από μακριά. Πολλές φορές το παρακολουθούσα και τον θαύμαζα για τον τρόπο που κουμαντάριζε τα ζωντανά του.  Χρόνια κοντά τους είχε αποκτήσει έναν δικό του κώδικα επικοινωνίας που πολλές φορές έλεγα ότι το μυστικό που  κάνει τα πρόβατα του να τον ακούν δεν ήταν οι φωνές του αλλά ο τόνος και η χροιά  της φωνής του που έβγαινε μέσα από την ψυχή του.

Θυμάμαι ότι ο μπάρμπα Γιώργος δεν λογάριαζε βροχές χιόνια και αντάρες Όταν έρχονταν η ώρα να βγάλει το κοπάδι του έμπαινε αυτός μπροστά και από πίσω ακλουθούσαν τα «πράματα» όπως τα έλεγε. Από το περιβόλι μου τον παρακολουθούσα με ένα σακάκι η μια ζακέτα να περιπατάει μέσα στην βροχή. Δεν κρύωνε και δεν αρρώσταινε ποτέ γιατί έτσι τον έμαθε η σαρακατσάνικη ζωή του.

Το μεγάλο του παράπονο ήταν ο χαμός της γυναίκας του. Μου έλεγε πάντα Γιώργο δεν είναι σωστό να φεύγει πρώτα η γυναίκα. Ο άντρας δεν τα καταφέρνει μονός του δεν μπορεί την μοναξιά. Η γυναίκα είναι αλλιώς τα βγάζει πέρα μαναχή της .  

Όταν όμως έρχονταν η ώρα για τραγούδι αναστέναζε ο τόπος.  Μπορεί να τραγουδούσε ώρες ολόκληρες να σταμάταγε για να μολογήσει  ιστορίες για τον Κατσαντώνη και του προγόνους του που πολέμησαν μαζί του και να πιάνει πάλι το τραγούδι. Πότε τραγουδούσε και πότε σταμάταγε δεν μπορούσε να του το επιβληθεί κανένας. Μόνος του το αποφάσιζε.   Αφηγηματικός και ευχάριστος ο μπάρμπα Γιώργος πολλές φορές μου μολόγαγε ιστορίες για τα πρόβατα για λύκους τσακάλια φίδια, για ξωτικά και καλότυχες  για κλέφτες κρύα χιόνια αρρώστιες για τσοπάνους και τσελιγκάδες για ταξίδια στα βουνά και στα λαγκάδια. Ωκεανός η ψυχή του ήθελε να πει και να μάθει όλος ο κόσμος τον πόνο του και τη χαρά του τα τραγούδια του και τις ιστορίες του. Ο μπάρμπα Γιώργος έφυγε αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο κενό σε όλους όσους τον ήξεραν διότι ήταν άνθρωπος ζωντανός μέχρι τη τελευταία ημέρα και η παρουσία του γίνονταν πάντα αισθητή οπού και να ήταν. Εγώ προσωπικά έχασα έναν καλό σύντροφο . Κάθε μέρα με τα σελαγίσματα με τις φωνές του με τις ιστορίες του τα τραγούδια του μου γέμιζε τη ημέρα αλλά πάνω απ όλα μου έδινε χαρά στην ψυχή μου.

Καλό σου ταξίδι μπάρμπα Γιώργο Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει. 



Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΣΙΑΚΑΣ η ΤΣΑΚΑΣ

Πηγή :http://eyrytixn.blogspot.gr/2013/03/blog-post_24.html

Ο Θανάσης Τσιάκας (ή Τσάκας) ήταν ένας από εκείνους τους περήφανους και απροσκύνητους αγωνιστές που ποτέ δεν έγιναν«διάσημοι» μέσα από τα ... συνήθη λαμπερά αφιερώματα που συναντάμε στη λεγόμενη επίσημη βιβλιογραφία. Ξεχασμένος παρέμεινε ο Τσιάκας, ίσως γιατί η σεμνότητα και η μνημειώδης ανιδιοτέλεια του Αγραφιώτη μαχητή της επανάστασης δεν«έπρεπε» μήτε «βόλευε» ν' αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση στους πονηρούς και σίγουρα ωφελιμιστικούς καιρούς που ακολούθησαν! Πολύ λίγα γνωρίζουμε γι' αυτόν αφού οι όποιες αναφορές και ενθυμήματα είναι ελάχιστα, σαν το λιγοστό μα ακριβό νεράκι που κυλά μέσα από τη σχισμή του βράχου ...

 Ο Θανάσης Τσιάκας πρωτάνοιξε τα μάτια του στο χωριό Μοναστηράκι των θρυλικών Αγράφων. Ακριβή χρονολογία γέννησης δεν γνωρίζουμε, αλλά οι περισσότερες πληροφορίες συγκλίνουν προς το τέλος της έβδομης δεκαετίας του 18ου αιώνα. Κατάγονταν από σαρακατσανέικη φύτρα και νωρίς-νωρίς, νέο παλικαρόπουλο, βγήκε στο κλαρί. Η βαθιά απέχθειά του στην καταπίεση της εξουσίας της συνασπισμένης τυραννίας του Αλή πασά και των κοτζαμπάσηδων, τον έσπρωξε στο Κλέφτικο.

Στους περήφανους επαναστάτες της εποχής, αυτούς που ο Μακρυγιάννης αποκάλεσε «μαγιά της λευτεριάς, όπου την βάστηξαν ξυπόλητοι και γυμνοί τόσους αιώνες εις τα βουνά και ερημιές να μη χαθή, και σκότωναν οι τύραγνοι και οι Τουρκοκοτζαμπασήδες έναν από αυτούς και γένονταν δέκα ....»!

Ο Τσιάκας μπήκε στον Κατσαντωνέικο νταϊφά μαζί με άλλα ανυπόταχτα παλικάρια της γενιάς του (Τσιόγκα, Φραγγίστα, Βρυκόλακα, Τσιάκαλο, Λεπενιωτάκη, Τσέλιο, Συρεπίσιο, Καραγιαννάκη, Σουλιώτη κλπ). Οι περισσότεροι από αυτούς, μαζί κι ο Κατσαντώνης, θήτευσαν αρχικά στο ασκέρι του Αγραφιώτη πρωτοκλέφτη Βασίλη Δίπλα προτού αυτός παραχωρήσει σε ένδειξη θαυμασμού την αρχηγία στον ξακουστό Κατσαντώνη!

Με τους «Κατσαντωναίους» ανδρώθηκε λοιπόν ο Τσιάκας και αποτέλεσε έναν από τους πιο σκληροτράχηλους και ατρόμητους μαχητές. «Θεριακωμένο κλέφτη» τον αποκαλεί ο Κασομούλης! Γιγαντόσωμος και δυνατός σαν ταύρος, ο Τσιάκας, διακρίθηκε σε όλες ανεξαιρέτως τις συγκρούσεις κόντρα στα αληπασαλίδικα στρατεύματα και έγινε ένα από τα πιο αγαπημένα πρωτοπαλίκαρα του ασυμβίβαστου επαναστάτη των Αγράφων του μεγάλου Κατσαντώνη!

Στις μάχες σκόρπιζε το φόβο αλλά συνάμα και το θαυμασμό τόσο με το τρομερό παρουσιαστικό του όσο και με την «αποκοτιά» του να βγαίνει πάντα πρώτος μπροστά και να χυμάει ακάλυπτος καταπάνω στον εχθρό ανεμίζοντας τη σπάθα του! Παρά όμως τον παρορμητικό χαρακτήρα του διέθετε σπουδαία στρατηγικά χαρίσματα. Είχε «μυαλό κοπίδι» και «μάτι αετίσιο», διάβαζε τις προθέσεις του αντιπάλου και ήταν μαέστρος στον αιφνιδιασμό! Εκτός των μαχών ήταν η ψυχή του νταϊφά, χωρατατζής μα και στοργικός σαν πατέρας απέναντι στους συμμαχητές του. Ζύγιζε την κουβέντα του κι είχε λόγο και μπέσα. Λεβέντης από τους λίγους ο Τσιάκας!

 Όταν στα 1804 ο -νεαρός τότε- Καραϊσκάκης ζήτησε να ενταχθεί στο Κατσαντωνέικο, ο αρχηγός Κατσαντώνης τον καλοδέχτηκε κοντά του θέτοντάς τον υπό την επιστασία του Τσιάκα και του Τσιόγκα. Μάλιστα στην πρώτη ένοπλη σύγκρουση που πήρε μέρος ο Καραϊσκάκης, αντάμα με τους Κατσαντωναίους, έτρεμε από ανησυχία και φόβο λόγω της πρωτοφανούς αγριότητας που επικρατούσε στο πεδίο της μάχης.

Τότε ο Τσιάκας τον πλησίασε και δίνοντάς του έναν κατακέφαλο του 'πε χαριτολογώντας: «σκιάζεσαι ωρέ παλιόγυφτε;» (η προσφώνηση εξαιτίας του έντονου μελαχρινού δέρματός του). Κοντά στον Κατσαντώνη και τον Τσιάκα ο Καραϊσκάκης έμαθε πολλά για την τέχνη του πολέμου και στη συνέχεια έγινε ο ατρόμητος και παράτολμος αγωνιστής που όλοι ξέρουμε! Ο Καραϊσκάκης θαύμαζε τον Τσιάκα, τον σεβόταν και τον υπάκουε πιστά. Ο Τσιάκας με τη σειρά του αγαπούσε το νεαρό αγωνιστή που είχε υπό την προστασία του κι έτσι δεν άργησαν να δεθούν με βαθιά φιλία και αλληλοεκτίμηση που κράτησε για πάντα!

 Μετά τον τραγικό χαμό του Κατσαντώνη (180Cool ο Θανάσης Τσιάκας προσκολλήθηκε στον Καραϊσκάκη και τον ακολούθησε ως πρωτοπαλίκαρό του σε όλη τη μετέπειτα πορεία του. Στα πύρινα χρόνια της επανάστασης του 1821 ο Τσιάκας έδωσε σώμα και ψυχή στον αγώνα, παίρνοντας μέρος σε δεκάδες μάχες δίπλα στον Καραϊσκάκη. Ο Θανάσης Τσιάκας έλαβε μέρος και στη μάχη για την απελευθέρωση του Καρπενησίου (Ιούλης 1825). Ο έμπειρος παλιός κλέφτης πάντα συμβούλευε με λόγο μεστό και σοφό το «γιο της καλογριάς» και στάθηκε σιμά του μέχρι το τέλος.

Στα 1823 ο Μουσταή πασάς της Σκόνδρας με 15.000 ασκέρι σάρωνε τα πολύπαθα Άγραφα σφάζοντας στο πέρασμά του τους ραγιάδες και καίγοντας τον τόπο, με συνέπεια οι περισσότεροι εκ των καπεταναίων ν' αποσυρθούν! Ο Θανάσης Τσιάκας με 30 (!!!) μονάχα παλικάρια στο πλευρό του (και σε συμφωνία με τον Καραϊσκάκη ώστε να φυγαδευτούν καταδιωκόμενες αγραφιώτικες φαμελιές) αψηφούσε κάθε κίνδυνο κι έστηνε καρτέρια θανάτου χτυπώντας αιφνιδιαστικά τον εχθρό (στις θέσεις «Παλούκια» και «Μονή Σπηλιάς»).

Ο Τσιάκας ήταν γνήσιος επαναστάτης, προσηλωμένος στον αγώνα. Η επανάσταση και η αίσθηση της ελευθερίας ήταν γι' αυτόν ο ύψιστος σκοπός. Παρά τη συνήθεια της εποχής ο Τσιάκας δεν έπαιρνε μέρος στα πλιάτσικα που ακολουθούσαν μετά τις μάχες. Δεν ταίριαζε στο δικό του ανιδιοτελή χαρακτήρα. Το χρήμα το σιχαίνονταν και το περιφρονούσε. Το συμβιβασμό τον απεχθάνονταν.

Αξίζει σε αυτό το σημείο ν' αναφέρουμε ένα περιστατικό που συνέβη το Γενάρη του 1823 στην περίφημη νικηφόρα μάχη της Κορομηλιάς κοντά στο Σοβολάκο της Ευρυτανίας (σήμερα Αιτωλοακαρνανίας) εκεί όπου ο Καραϊσκάκης πετσόκοψε τους Τούρκους του Άγου Βασιάρη. Οι Τούρκοι αποχωρώντας από το Μεσολόγγι τραβούσαν πορεία με κατεύθυνση την Άρτα.

Προτού την προαναφερόμενη μάχη στην Κορομηλιά, επιχείρησαν να χρυσώσουν με 500.000 γρόσια τον Καραϊσκάκη για να τους αφήσει να περάσουν ατουφέκιστοι, πράγμα που βέβαια αυτός δεν δέχτηκε! Ο Τσιάκας που έτυχε να είναι εκεί και να τροχάει το σπαθί του σ' ένα βράχο άκουσε την «προσφορά».

Κοιτώντας στα μάτια τον αρχηγό του δεν δίστασε να του πει δείχνοντας τη χατζάρα του: «τη γλέπ'ς αυτήν ωρέ Γύφτο; Για το λαιμό σ' την έχου αν πας παρακάτ' και δε σταθείς να πολεμήσεις ιδώ. Για θα τσακίσουμι τ'ς μουρτ'ατις, για θα μας φαν' ιδώ τα όρνια»!!!

Ο άδικος και ύποπτος θάνατος του Καραϊσκάκη στοίχισε πολύ στο Θανάση Τσιάκα. Άλλωστε ήταν ο αγραφιώτης κλέφτης που έμεινε πιότερο πιστός στον Καραϊσκάκη. Ο ίδιος ο Τσιάκας επέζησε της επανάστασης. Με ένα ξερό «δεν θέλω τίποτα από σας» αποποιήθηκε κάθε αξίωση απέναντι στο νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος. Ο Τσιάκας ο  περήφανος επαναστάτης, που πάνω από τρεισήμισι δεκαετίες πολέμησε παλικαρίσια την ξένη και ντόπια τυραννία, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πάει να ζητήσει χάρες ή να γυροβολάει στα παλάτια για αποζημιώσεις.

«Κανένας δεν τον είδε ούτε στ' Ανάπλι ούτε στην Αθήνα ν' ανεβαίνει σκάλες, να φιλεί ποδιές, περίθαλψες και αριστεία να γυρεύει»! Μάθαινε με θλίψη το κατάντημα των αγωνιστών και πληγώνονταν βαθιά.

Ας θυμηθούμε τι έγραφε ο Μακρυγιάννης για τα δεινά των αγωνιστών από τους αρχόντους και τους βασιλιάδες στην μετεπαναστατική εποχή: «Και σ΄αυτήνη την γης οπού ζυμώσαμεν με το αίμα μας θέλουν να μας θάψουν αδίκως και παράωρα όσοι μας κάναν σίγρι από μακριά, όταν κιντινεύαμεν. Μας πήραν την ματοκυλισμένη μας γης, την αγόρασαν από ΄να γρόσι το στρέμμα, και βάλαν εμάς με τ' αλέτρι και τραβούμεν το γενί και βγάνομεν των συγγενών μας τα κόκαλα, και οι αφεντάδες μας περπατούνε με τις καρότζες τους, και οι αγωνισταί δεν έχουν ούτε γουμάρι, και ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν εις τα σοκάκια».

Ο περήφανος κι απροσκύνητος Τσιάκας δεν ήθελε να εμπλακεί σε τέτοιες ταπεινωτικές διαδικασίες. Έτσι αηδιασμένος απ' όσα συνέβαιναν εις βάρος των αγωνιστών προτίμησε ν' αποσυρθεί στο χωριό του στο Μοναστηράκι των Αγράφων με λίγα γιδοπρόβατα και με το κυπαρισσένιο κορμί του κόσκινο από τις λαβωματιές. Τούτες ήτανε τα δικά του παράσημα τα κερδισμένα στη φωτιά του αγώνα.

Στην «Ιστορική ανθολογία» του Γ. Βλαχογιάννη γίνεται μια σπουδαία αναφορά για τον Τσιάκα. Όταν ο Όθωνας με την Αμαλία περιδιάβαιναν -στα 1838/1840- τη Ρούμελη έφτασαν και στ' Άγραφα. Οι αυλοκόλακες πληροφόρησαν το «βασιλικόν ζεύγος» για το θρυλικό Τσιάκα και το παρότρυναν να συναντηθεί με τον παλιό αγωνιστή ώστε να κάνουν τις απαραίτητες δημόσιες σχέσεις για τα μάτια του κόσμου βέβαια που θαύμαζε και σέβονταν το μεγάλο αγωνιστή.

Έτσι λοιπόν ο Όθωνας και η Αμαλία παρέα με όλη την κουστωδία πλησίασαν το μαντρί του Τσιάκα (στη Μαγούλα της Τατάρνας το 'χε εκείνο το διάστημα). Επειδή όμως οι ψαλιδόκολοι βασιλείς με τις «λεπτές οσφρήσεις» δεν ... ημπορούσαν ν' αντέξουν τη μυρωδιά της στάνης του γερο Τσιάκα έκαμαν κάπως παρέκει περιμένοντας να φανεί ο γέροντας.

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο δενδρόκορμος λεβέντης ασπρομάλλης Τσιάκας ζωσμένος με τ' άρματά του που ποτέ δεν αποχωρίζονταν και με μια νεαρή σαρακατσανοπούλα σαν τα κρύα τα νερά στο πλευρό του! Ο Όθωνας εντυπωσιασμένος από το παρουσιαστικό και το αετίσιο βλέμμα του Τσιάκα τον ρώτησε «γιατί ποτέ δεν ζήτησε αμοιβή για την προσφορά του στον αγώνα».

Ο γερο Τσιάκας κοιτώντας τον ίσια, κατάματα, του απάντησε: «Χαρά στα γονικά που καρτηράνε να δώσ'νε ψωμί στα παιδιά τ'ς άμα σκάνε απ' τα κλάματα». Ο Όθωνας ντροπιασμένος τον ρώτησε τι περίμενε στα γεράματά του κι εκείνος αποκρίθηκε: «Σου ΄πα τίποτα, ο Τσιάκας θέλει μονάχα να σέρνει λεύτερος τούτα δω τ' άρματα που τίμησε σ΄ ολάκερη τη ζωή του». Ο Όθωνας ταπεινωμένος διέταξε επιτόπου τα όργανα της εξουσίας του: «να επιτρέπεται εις τον κύριον Τσιάκα να φέρει ελευθέρως τ' άρματά του έως τη λήξιν του βίου του»! Λες κι αν δεν το επέτρεπε ...Ο Τσιάκας δεν ήταν μόνο ένα ασυμβίβαστο πνεύμα αλλά και ένας έξυπνος, ετοιμόλογος και καυστικός ορεσίβιος άντρας που ο ντόμπρος λόγος του «κόκαλα δεν είχε μα κόκαλα τσάκιζε»! Είναι πραγματικά σπαρταριστικός ο διάλογος που ακολούθησε με τη βασίλισσα Αμαλία σε εκείνη τη συνάντηση. Αυτή βλέποντας τη δροσερή κοπέλα που συνόδευε το γερο Τσιάκα ρώτησε τάχα με περιέργεια: «εάν η νεαρά είναι κόρη του καπετάνιου». Γυρίζει τότε ο Τσιάκας και της λέει: «Γυναίκα μ' είναι. Ου θεός δε μ' χάρ'σι παιδιά μι καμιά απ' τις τρεις γ'ναίκες π' πήρα. Η τρίτη είν' αυτή που γλέπ'ς, κυρά βασίλισσα»!

Επίμονη η Αμαλία ξαναρωτά: «Μα είναι πολύ νέα, μήπως την αδικείτε καπετάν Τσιάκα;». Και ο απίστευτος Τσιάκας της δίνει ... πληρωμένη την απάντηση: « Να σ' πω κυρά βασίλισσά μ'. Αν είν' να χαλάσεις τη σαρακουστή, τότε να φας αρνί ή π'λακίδα. Αν είν' να φας παλιόγιδα, φάι καλύτερα ξηρό ψωμάκι για νάχεις διάφουρου και την ψυχή σ'»!! Κόκαλο η ... κερά Αμαλία!

 Κανείς δεν ξέρει το τέλος του Τσιάκα. Η αγραφιώτικη λαϊκή παράδοση λέει πως έφυγε από τούτο τον άδικο κόσμο σε βαθιά γεράματα, πάνω από 100 χρονών, όταν καταπλακώθηκε από ένα πλάτανο που επιχειρούσε να κόψει με το τσεκούρι του!!! Στα 100 και βάλε, διηγούνταν οι παλιοί Αγραφιώτες!

 Αυτός ήταν λοιπόν ένας ακόμη λησμονημένος μαχητής ... Αλλά όχι απ' όλους μας!


Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ, Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΕΝΟΣ ΛΑΟΥ.

Γράφει ο Νίκος Ζυγογιάννης 


Ο όρος ήθος σημαίνει το σύνολο των ψυχικών χαρακτηριστικών κάθε ανθρώπου. Ήθη λέγονται οι αντιλήψεις ενός λαού για την ηθική και κοινωνική συμπεριφορά. Είναι οι γενικές αρχές Δικαίου, οι θεμιτοί τρόποι συμπεριφοράς του κοινωνικού ανθρώπου, που μεταβάλλονται με τη μεταβολή του χρόνου, που διαφέρουν από τόπο σε τόπο και απηχούν την τρέχουσα ηθική μιας κοινωνίας. Δηλαδή τα ήθη ορίζουν αξίες, σχέσεις, συμπεριφορές. Είναι τα αισθήματα, οι νοοτροπίες που χαρακτηρίζουν μια εποχή (π.χ. η καταναλωτική τάση του σύγχρονου αστού, η προτίμησή του σε πρακτικές λύσεις, όπως είναι τα τυποποιημένα είδη διατροφής, η αντίληψή του για το γάμο κ.τ.λ.). Όλα αυτά αποτελούν ένα είδος κανόνων και νόμων, μια μορφή δικαίου, άγραφου, που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε εθιμικό. Αλλά και το Γραπτό Δίκαιο δεν είναι αυθαίρετο δημιούργημα του νομοθέτη, αλλά προϊόν του πνεύματος του λαού. Υπάρχει μια συμφωνία των ηθών με τις απαιτήσεις του δικαίου. Για παράδειγμα, στις συναλλαγές των ανθρώπων οι νόμοι καθορίζουν ως δίκαιο ό,τι η κοινωνία θεωρεί ως ηθικό: απαγορεύεται η αισχροκέρδεια, θεωρείται άκυρη κάθε πράξη που αποτελεί εκμετάλλευση της ανάγκης του άλλου. 
Όταν, όμως, οι αντιλήψεις αυτές πάρουν και μια σταθερά επαναλαμβανόμενη τελεστική, περισσότερο ή λιγότερο τελετουργική μορφή, γίνονται έθιμα, όπως είναι τα γαμήλια έθιμα. Γίνονται δηλαδή συνήθεια με καθολικό χαρακτήρα, που τηρείται από όλα τα μέλη της κοινωνικής ομάδας. Τα στοιχεία του εθίμου είναι: α) το ιστορικό: μακρόχρονη και ομοιόμορφη άσκηση, δηλ. ορισμένη συμπεριφορά των κοινωνιών που επαναλαμβάνεται ομοιόμορφα επί αρκετό χρόνο, ώστε να παγιωθεί ως κανόνας Δικαίου β) το ψυχολογικό: η πεποίθηση των κοινωνιών ότι, με τη συμπεριφορά τους εφαρμόζουν κανόνα δικαίου και ότι αν δεν τηρήσουν τη συμπεριφορά αυτή, θα έχουν κυρώσεις. Οι κυρώσεις που επιβάλλονται είναι η γενική κατακραυγή και η ηθική καταδίκη από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Τα έθιμα διακρίνονται σε γενικά (ισχύουν σε όλη τη χώρα) και τοπικά (ισχύουν σε ορισμένη περιοχή). Υπάρχουν, επίσης, έθιμα επαγγελματικά και θρησκευτικά.κ.λ 
Η έννοια των εθίμων προσεγγίζεται καλύτερα με το συσχετισμό τους με την έννοια των ηθών (λέμε ήθη και έθιμα). Στα νεότερα χρόνια η σχέση ηθών και εθίμων μεταβλήθηκε. Ήθη πάντα υπάρχουν. Αλλά δε δημιουργούνται νέα έθιμα. Αυτό σχετίζεται με τον τερματισμό της κλειστής ζωής της αγροτικής κοινωνίας, που ήταν ο κατεξοχήν χώρος δημιουργίας εθίμων. Γιατί εκεί συνέτρεχαν οι λόγοι που ευνοούσαν τη δημιουργία και διατήρησή τους (έντονη πίστη σε υπερφυσικές δυνάμεις, που έπρεπε, λατρευτικά, να καταστούν ευεργετικές, διάθεση ελεύθερου χρόνου, συλλογική ζωή). Υπάρχει, εντούτοις, μια τάση διατήρησης παλιών εθίμων, έστω κι αν εξέλιπαν οι αιτίες που τα είχαν δημιουργήσει. Το τελετουργικό, η παραστατικότητα και η θεαματικότητα του εθίμου ασκούν αρκετά ισχυρή γοητεία, ώστε να παρατηρείται, τις τελευταίες δεκαετίες, μια σκόπιμη αναβίωση των παλιών εθίμων, που προσφέρονται ως ένα είδος θεατρικής παράστασης, ή θεάματος ... 
Τα ήθη και έθιμα, τα δημοτικά τραγούδια και οι παροιμίες, οι παραδόσεις και οι θρύλοι αποτελούν το λαϊκό πολιτισμό που είναι ο καθρέφτης ενός λαού. Μελετώντας τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, αντικρίζει κανείς ένα λαό απλό και αληθινό, συγκροτημένο πάνω σε στέρεο προσανατολισμό, με πίστη στο παρελθόν και αισιοδοξία για το μέλλον, με ιδανικά και αξίες. Και αυτό, γιατί υπάρχει αδιάσπαστη ενότητα ανάμεσα στον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, τον αρχαίο και το νεότερο. Κάθε έθιμο και δοξασία του λαϊκού πολιτισμού προχωρεί στα βάθη του παρελθόντος, φτάνοντας όχι μόνο στους κλασικούς χρόνους, αλλά μερικές φορές στα βάθη της προϊστορίας. 
Αναμφίβολα, λοιπόν, μέσα από το λαϊκό πολιτισμό αναζητάμε τις ρίζες μας και ανακαλύπτουμε τη φυσιογνωμία μας ως λαός, πιστοποιούμε την ταυτότητά μας, θωρακίζουμε τη συνέχιση του έθνους μας. Εναρμονίζουμε το χθες με το σήμερα και χτίζουμε το αύριο ...


Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

ΝΕΚΡΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΩΝ

του Νίκου Ζυγογιάννη


Ο θάνατος, το συνταρακτικότερο γεγονός της φύσης, ήταν φυσικό να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά αντικείμενα της επιστημονικής έρευνας, της θρησκευτικής σκέψης, του φιλοσοφικού στοχασμού και της τέχνης. Η ιδέα του θανάτου, σ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης πορείας, ταλαιπωρεί τον άνθρωπο, που το βιώνει σαν το τέρμα της ύπαρξής του. Γι αυτό από την αρχαία εποχή φιλοσοφικές ή θεολογικές θέσεις προσπάθησαν να ηρεμήσουν την ανθρώπινη ψυχή από την αγωνία του θανάτου. Παράλληλα, στο λαό επικρατεί πλούσια εθιμολογία που χαρακτηρίζεται τόσο από σεβασμό προς το νεκρό και τη μνήμη του όσο και από τη σκέψη να αποτραπεί ή να εξουδετερωθεί οποιοδήποτε κακό θα μπορούσε να προέλθει από το θάνατο ενός οικείου προσώπου.
Η στάση των Σαρακατσαναίων απέναντι στο θάνατο είναι φιλοσοφημένη. Το βιώνουν ως ένα αναπόφευκτο φαινόμενο που πρέπει να αντιμετωπιστεί με αξιοπρέπεια. Οι ηλικιωμένες γυναίκες και οι επίτοκες ( ετοιμόγεννες ) ακόμα  που ξέρουν ότι ο τοκετός μπορεί να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή τους , ετοιμάζουν μόνες τους ένα σάκο με τα ρούχα και το σάβανο που θα τους φορέσουν όταν πεθάνουν. Στις μετακινήσεις τους, στο ξεκαλοκαιριό και στο χειμαδιό, στα καραβάνια έβαζαν  ένα τουρβά ολοκαίνουρια και αφόρετη φορεσιά ( νεκραλλαξιά ). Των ανδρών τις ετοίμαζαν οι γυναίκες, όταν έφταναν εκείνοι σε ηλικία 50-60 ετών. Τη φορεσιά αυτή την έραβαν χωρίς να κάνουν κόμπο στο νήμα στο βελόνι, για να βγει η ψυχή χωρίς δυσκολία και να πάει στον παράδεισο και της έβαζαν ένα κομμάτι κερί και σπάγγο από εννιά κλώνους, για να μην έρθει στο κονάκι ξανά ο Χάρος. Ακόμα ετοίμαζαν το «νεκροσκούτι», ένα μάλλινο, υφαντό που το έφτιαχναν για να τους τυλίξουν, όταν πεθάνουν και να τους βάλουν στο μνήμα, καθώς επίσης και το σάβανο. Η Αγγελική Χατζημιχάλη γράφει ότι οι Σαρακατσαναίοι έλεγαν πως «ο θάνατος παραφυλάει πίσω από το αυτί μας ( στο ριζάφτι )». Αυτό δε σημαίνει ότι ήταν αδιάφοροι απέναντι στο θάνατο. Αντίθετα, ενδιαφέρονταν τόσο, ώστε να τον περιβάλουν με ένα ολόκληρο κύκλωμα από εκδηλώσεις και πράξεις.
Οι θεολογικές γνώσεις των Σαρακατσαναίων είναι ελάχιστες. Όμως ο τρόπος ζωής τους έχει θωρακίσει με εκπληκτική σιωπηρή καρτερία και έχουν εξοικειωθεί με την ιδέα του θανάτου. Αντέχουν τη δοκιμασία του θανάτου. Φτάνουν στα όρια της ψυχικής και σωματικής τους αντοχής. Όμως οφείλουν να μείνουν όρθιοι. Η δυναμική αυτή αντιμετώπιση, η τόλμη και η ετοιμότητα του Σαρακ. για το θάνατο φαίνεται και από τον εξής μύθο: Κάποτε ο Χάρος, η Πανούκλα και η Χολέρα αποφάσισαν να πάρουν ένα αρνί από έναν τσοπάνο Σαρακατσάνο. Πρώτη η Πανούκλα τον επισκέφτηκε και του ζήτησε ένα αρνί απειλώντας τον. Εκείνος αρνήθηκε. Τότε τον χτύπησε η αρρώστια, για να υποκύψει. Τρεις μήνες κρεβατώθηκε αλλά στο τέλος τα κατάφερε και δεν έδωσε το αρνί. Στη συνέχεια η Χολέρα προσπάθησε να τον τρομοκρατήσει. Όμως δεν ήταν από εκείνους που πεθαίνουν από το φόβο τους. Πρόβαλε αντίσταση και της απάντησε αρνητικά στην πρότασή της να της δώσει το αρνί. Τότε χολέρα χτυπά τον τσοπάνο, μα άντεξε και το αρνί το γλίτωσε. Αγριεμένος ο Χάρος, τον επισκέφτηκε ο ίδιος και του είπε ότι, αφού δε δίνει το αρνί, θα τον πάρει μαζί του. Εκείνος συμφώνησε και τον ακολούθησε. Όταν έφτασαν στην πολιτεία του Χάροντα, τη γεμάτη λαδοκάντηλα, ο Σαρακ. το ρώτησε τι είναι αυτά τα φώτα. Και ο Χάρος απάντησε ότι κάθε καντήλι αντιστοιχεί σ' έναν άνθρωπο και ότι, όταν σωθεί το λάδι του καντηλιού, ο άνθρωπος πεθαίνει. Το δικό μου καντήλι, ρώτησε, έχει ακόμα λαδάκι ή σώθηκε; Το δικό σου καντήλι είναι ακόμα στα μισά, απάντησε ο Χάρος. Και όταν ο τσοπάνος πρότεινε να προσθέσει λίγο λάδι ακόμα, ο Χάρος το διαβεβαίωσε ότι δεν μπορεί να επέμβει σε κάτι που καθορισμένο από τις μοίρες και ότι αυτός μόνο εντολές εκτελεί. Τότε ο Σαρακ. γυρίζει και του λέει: «Άντε στο καλό σου, Χάρε, τίποτα δεν μπορείς να μου κάνεις. Έχω πολύ ζωή μπροστά μου να ζήσω. Το καντήλι μου είναι ως τη μέση γιομάτο λάδι. Άμα σωθεί, βλέπουμε.» Έτσι γλίτωσε τη ζωή του, αφού ο Χάρος έπεσε στην παγίδα του.
Στη Σαρακατσάνικη κοινωνία το πένθος, που κρατά από τρία έως πέντε χρόνια, εκφράζεται με το μαύρο χρώμα. Οι γυναίκες φορούν μαύρα ρούχα, αλλά και οι άντρες μαύρα πουκάμισα και δεν ξυρίζονται. Ακόμα εκφράζεται και με αποχή από τις χαρές ( γάμους, βαφτίσια, γιορτές ) αλλά και τις κοινωνικές εκδηλώσεις ( εκκλησιασμός, επισκέψεις, καφενείο ). Οι μόνες συγκεντρώσεις στις οποίες μετέχουν είναι οι λύπες των «δικών». Ακόμα δεν ξεκινούν να υφάνουν κανένα υφαντό στον αργαλειό για σαράντα ημέρες ή τα βάφουν με όλες τις βαφές εκτός από μαύρο, για να ξανάρθει πάλι η χαρά στο σπίτι.
Ο επικείμενος θάνατος μαντεύεται από διάφορα σημεία, όπως όνειρα, φωνές ζώων ( π. χ. ούρλιασμα σκύλου τη νύχτα ) και ιδιαίτερα πουλιών ( π. χ. κουκουβάγιας, γι’ αυτό η κουκουβάγια ονομάζεται νεκροπούλι, ή η παράξενη κραυγή του κόκορα ). Για τους ανθρώπους που έζησαν με δικαιοσύνη, πιστεύεται, ότι ξεψυχούν εύκολα, αντίθετα με τους άδικους που η ψυχή τους προσπαθεί να μείνει όσο μπορεί πιο πολύ μέσα στο σώμα, επειδή φοβάται για τα ανομήματά της. Όταν παρατείνεται το ψυχορράγημα ( χαροπάλεμα ) ενός ετοιμοθάνατου, οι παρευρισκόμενοι προσπαθούν να δώσουν τέλος στην αγωνία του: οι γυναίκες λύνουν τους κόμπους από τα μαντίλια τους. Όταν ο ετοιμοθάνατος προσηλώνει επίμονα το βλέμμα του σε ένα σημείο, τότε λένε ότι βλέπει τον άγγελο που έρχεται να πάρει την ψυχή του ( αγγελοσκιάζεται ). Γι αυτό στη διάρκεια του ψυχορραγήματος δεν επιτρέπονται θρήνοι και φωνές, γιατί εμποδίζουν τον άγγελο ( αγγελοκόβουν ) στην εκτέλεση της αποστολής του. Η πίστη αυτή φαίνεται διαμορφωμένη από τον 5ο αιώνα π.χ. Ο Πλάτων παραδίδει ότι ο Σωκράτης, αφού ήπιε το κώνειο, παρακινεί τους μαθητές του σε σιωπή. 
Πρώτιστο μεταθανάτιο μέλημα είναι να κλείσει ένας αγαπημένος οικείος τα μάτια του πεθαμένου όπως και το στόμα. Η πράξη αυτή θεωρείται ιερότατη από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους. Μαζί με την είδηση του θανάτου, τα οικεία πρόσωπα εγκαταλείπουν κάθε δραστηριότητα και απασχόληση και σπεύδουν στο σπίτι του νεκρού. «Στη χαρά να λείπεις, στη λύπη ποτέ». Κύριο ρόλο στην προετοιμασία και φροντίδα του νεκρού παίζουν οι γυναίκες, κυρίως οι ηλικιωμένες. Ίσως γιατί οι γυναίκες που φέρνουν στον κόσμο ανθρώπους, νιώθουν περισσότερο το μυστήριο της ζωής, επομένως βιώνουν εντονότερα και το μυστήριο του θανάτου.
Η φροντίδα του νεκρού περιλαμβάνει λούσιμο με νερό και κρασί ( για κάθαρσή του αλλά και προστασία των παρευρισκομένων ), το σαβάνωμα, το δέσιμο του σαγονιού, των χεριών και των ποδιών με ταινίες, το ντύσιμο. Οι άγαμοι ντύνονται με φορεσιά γαμπρού και η κηδεία του παίρνει τη μορφή γάμου. Στα χέρια ή στα ρούχα του νεκρού τοποθετούν ένα νόμισμα, για να πληρώσει τα ναύλα του πηγαίνοντας στον Κάτω Κόσμο. Εδώ είναι φανερή η συνέχεια της αρχαίας παράδοσης για το νόμισμα που δινόταν στον Πορθμέα Χάρωνα, ως αμοιβή του για να περάσει την ψυχή από την Αχερουσία λίμνη στον Άδη. Μετά τις ετοιμασίες αυτές ο νεκρός τοποθετείται πάνω σε άσπρη βελέντζα στη μέση της καλύβας με το πρόσωπο στραμμένο στην Ανατολή. Προς το μέρος της κεφαλής και των ποδιών ανάβουν από μια λαμπάδα. Δίπλα στο σώμα του νεκρού τοποθετούνται διάφορα προσωπικά αντικείμενα για χρήση στο υπερπέραν: στους άντρες η γκλίτσα, στις γυναίκες η ρόκα. Δίπλα του βρίσκονται συγγενείς και φίλοι και «ξενυχτούν το νεκρό». Οι γυναίκες προσέχουν επίσης να μην μπει γάτα ή σκυλί στην καλύβα ή να μην περάσει η γάτα πάνω από το νεκρό, για μη γίνει ο νεκρός βρυκόλακας. Επίσης, ανεξάρτητα από ηλικία, θρηνούν μεγαλόφωνα και μοιρολογούν. Τα περισσότερα μοιρολόγια είναι αυτοσχέδιοι στίχοι της πονεμένης μάνας, γυναίκας ή αδελφής. Ο ήχος είναι λυπητερός και ο ίδιος σχεδόν σ’ όλα τα μοιρολόγια. Όταν ο άνθρωπος που «χάνεται» είναι νέος ή νέα, τότε και οι πέτρες ραγίζουν από το σαρακατσάνικο μοιρολόι. Χαρακτηριστικό τους είναι ο συναισθηματικός παράγοντας, η αμεσότητα του α΄ και β ΄προσώπου, ο δραματικός διάλογος, η πλούσια κλίμακα λυρικών μεταφορών, όπως δείχνουν τα παρακάτω:
«- Γιώργη μ' ήρθαν οι φίλοι σου κι ούλοι οι συγγενείς σου.
- Βάλτε τραπέζια λυπηρά και τα μεσάλια μαύρα
βάλτε να φαν βάλτε να πιουν βάλτους να τραγουδήσουν
βάλτε κι του ποτήρι μου στη μέση ραϊσμένο» ή
«Για σήκου, Κώσταμ, κι άλλαξι γιατί βαριοκοιμάσι;
Οι τσελιγκάδες φεύγουνι κι στα βουνά πααίνουν
Τα πρόβατα σ' ακούρευτα κι του τυρί στου ζύ(γ)ι».
Στο ξενύχτισμα του νεκρού προσφέρεται πικρός καφές, για να μη γλυκαθεί ο Χάρος και ξανάρθει και χτυπήσει και κάποιον άλλο. Οι πιο στενοί συγγενείς πρέπει να θρηνούν περισσότερο από τους άλλους. Η ένταση του θρήνου είναι σε αναλογία αντίστροφη με την ηλικία του νεκρού. Την ώρα που παίρνουν το νεκρό για την κηδεία σπάζουν ένα ποτήρι ή ένα πιάτο για να εξαφανίσουν το νεκρικό μίασμα.
Η ταφή του νεκρού θεωρείται από την απώτατη αρχαιότητα ένας απαράβατος ηθικός νόμος. Όσοι μένουν άταφοι περιπλανώνται πάνω στη γη, χωρίς ελπίδα να μεταβεί η ψυχή τους στον Άδη για ανάπαυση και συνέχιση της εκεί ζωής. Η ταφή γίνεται πριν τη δύση του ήλιου και παίρνει ευρύτερη κοινωνική σημασία με την ηθική συμπαράσταση στην οικογένεια του νεκρού. Πριν ενταφιάσουν το νεκρό, ο παπάς λύνει τα χέρια και τα πόδια του, για να μπορεί να κινείται ελεύθερα η ψυχή του στον Κάτω Κόσμο. Πάνω στο σώμα του χύνουν σταυροειδώς κρασί ή λάδι και σπάζουν τη στάμνα που το περιείχε. Το σπάσιμο αυτό έχει εκφοβιστική σημασία για το Χάρο, ώστε να μην ξανάρθει. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ρίχνουν λίγο χώμα πάνω στο νεκρό, με την ευχή «Θεός σ' χωρέσοι τον». Μετά την ταφή όλοι παρακάθονται σε γεύμα στο κονάκι του νεκρού. Τα εδέσματα είναι χωρίς κρέας κι όλοι πίνουν κρασί. Οι κοντινοί συγγενείς δεν τρώνε. Γι αυτούς θα ακολουθήσει νηστεία σαράντα ημερών για την ανάπαυση της ψυχής του νεκρού. Τις πρώτες ημέρες μετά την κηδεία συγγενείς και φίλοι φέρνουν φαγητό στην οικογένεια του νεκρού, που λέγεται παρηγοριά, γιατί απαγορεύεται το άναμμα της φωτιάς. Την Τρίτη, την ένατη και τη τεσσαρακοστή ημέρα μετά το θάνατο, όπως επίσης και την ημέρα της πρώτης επετείου γίνεται επίσημο μνημόσυνο του νεκρού. Στο μνημόσυνο των σαράντα ημερών προσφέρεται γεύμα και θυσιάζεται ένα αρνί. Αν ο νεκρός ήταν οικογενειάρχης, φτιάχνουν ένα καρβέλι ψωμί, που ο μεγάλος γιος την ώρα του γεύματος πρέπει να το σπάσει στο κεφάλι του λέγοντας: «Ο Θεός να συγχωρέσει τον πατέρα μου». Επίσης στα μνημόσυνα φτιάχνουν τα κόλλυβα από βρασμένο σιτάρι και άλλα υλικά και τα μοιράζουν στο εκκλησίασμα. Μνημόσυνα επίσης κάνουν και κατά τα λεγόμενα «Ψυχοσάββατα», δηλ. τις Απόκριες και τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Οι αντιλήψεις των Σαρακατσαναίων για τον Κάτω Κόσμο και τη ζωή μετά το θάνατο φαίνονται στα τραγούδια του Χάρου. Τραγούδια ομαδικά, εκφέρονται στο τρίτο πρόσωπο, τραγουδιούνται από άντρες, ανεξάρτητα από πένθιμες περιστάσεις και αποκρυσταλλώνουν μια χωροταξική διαίρεση του σύμπαντος σε Απάνω ( επίγειο ) και Κάτω ( υπόγειο ) κόσμο. Ο Άδης, Τάρταρα ή μαύρη γης, μαύρο χώμα, έρμη πλάκα είναι η περιοχή των νεκρών και η επικράτεια του Χάρου. Ο Απάνω κόσμος σημασιοδοτητείται με τα χαρακτηριστικά: ζωή, φως ( ήλιος ), ζέστη-θαλπωρή, ομορφιά ( βουνά, λουλούδια ), χαρά-ευδαιμονία, πληρότητα, ακεραιότητα, συντροφιά, ενώ ο Κάτω κόσμος με: θάνατος, σκοτάδι ( νύχτα ), κρύο-παγωνιά, ασκήμια ( βούρκα, φίδια, σκουλήκια ), λύπη-δυστυχία, στέρηση, ακρωτηριασμός, απομόνωση, όπως:
«Ο Κάτω κόσμος είναι κακός γιατί δεν ξημερώνει,
γιατί δεν κράζει ο πετεινός, δεν κελαηδεί τα' αηδόνι'..
ευτού βιολιά δεν παίζουνε, παιγνίδια δεν βαρούνε
ευτού συνδυό δεν κάθονται, συντρεις δεν κουβεντιάζουν'» ή 
«Σου παραγγέλω μαύρη γης και αραχνιασμένο χώμα
αυτή τη ναι που πήρατε να μην τη λιώσ' του χώμα.
Τα νιάτα χώμα γένουντι κι η λεβεντιά χουρτάρια
Κι του λιγνό της το κορμί γένιται κυπαρίσσι».
Ο Χάρος παριστάνεται ως ( έφιππος ) πολεμιστής, κλέφτης ή πραματευτής, φοβερός στην εμφάνιση και ακαταμάχητος:
«Μαύρος είναι, μαύρα φορεί, μαύρο ν' και τα' άλογό του.
Σέρνει στελέτα δίκοπα, σπαθιά ξεγυμνωμένα..»
Στον αποχαιρετισμό του νεκρού προβάλλονται τα αγαθά του Απάνω κόσμου ως ευχή να τα συναντήσει στον Άδη ή ως υπόσχεση-κίνητρο για να επιστρέψει:
«Ευτού που πας, λεβέντη μου, λιβάδια να ν' ομπρός σου,
Αμαλαές βασιλικό, να δένεις τα' άλογό σου
και μια καλή αμαλαϊά, για να κοιμάσαι ατός σου»
Αλλού προβάλλονται ευχές ή επικλήσεις για μετάθεση των απολαύσεων του Απάνω κόσμου στον Κάτω:
«Θε μου, και να γινότανε στον Άδη πανηγύρι,
να βγουν οι νιες για το χορό κι οι νιοι για τα τραγούδια,
να βγούνε κι η λεβεντουριά να ρίξουν το λιθάρι,
να βγουν και τα μικρά παιδιά να παίξουν τις σιομάδες»
Ο οριστικός χωρισμός και η απελπισμένη προσπάθεια επικοινωνίας είναι η συνεχής έγνοια των ζωντανών :
«Πολλά καλά καμεν ο Θιος κι ένα καλό δεν κάνει
γιοφύρι μες στη θάλασσα και γυρισμό απ' το Νάδη»
Τα παινέματα του νεκρού παρουσιάζονται με την αντίθεση της φριχτής μοίρας του θανάτου σε σχέση με τη μοίρα που άξιζε ο νεκρός: 
«Δε ταίριαζε, λεβέντη μου, στη μαύρη γης για να μπεις 
μον' ταίριαζε να κάθεσαι σ' ένα μορφο τραπέζι,
να τραγουδείς να χαίρεσαι, να σε κερνούν, να πίνεις..» 
Επομένως, το βίωμα του θανάτου θέτει σε κίνηση την ευαισθησία του λαού και δημιουργεί ένα πολιτισμικό υπόβαθρο, που ανιχνεύεται στα έθιμα και τις συνήθειες του, αλλά και στον έντεχνο λόγο ( τραγούδια, γνωμικά, μύθους κ.τ.λ. ) 




Νικόλαος Γ. Ζυγογιάννης
Εκπαιδευτικός
Πρ.Πρόεδρος Πανελλαδικού Συλλόγου Σαρακατσαναίων
Αττικής-Πειραιώς
Πρ. Πρόεδρος Συνδέσμου Σαρακακατσαναίων
Νομού Φθιώτιδας



Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Το μέλλον των σαρακατσάνικων συλλόγων

Το μέλλον των σαρακατσάνικων συλλόγων

Κατά τις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα σταμάτησε να υπάρχει σαν διαφορετικός τρόπος ζωής μέσα στην ελληνική κοινωνία  ο σαρακατσάνικος τρόπος ζωής. 
Κάποιοι δραστήριοι σιναφίτες εκείνης της εποχής  βλέποντας ότι η σαρακατσάνικη κουλτούρα κινδύνευε  να χαθεί ενέργησαν πολύ γρήγορα. 
 Δημιουργήθηκαν σύλλογοι που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με την καταγραφή και διάσωση της σαρακατσάνικης κουλτούρας. Τα πρώτα χρόνια  η προσέλευση των Σαρακατσαναίων ήταν άμεση, οι σύλλογοι γέμισαν με νέους ανθρώπους εκείνης της εποχής.

Τα χρόνια περνούσαν και οι σύλλογοι εδραιώνονταν . Δημιουργήθηκαν σχόλες χορού , καταγραφήκαν ήθη, έθιμα , τραγούδια ,συνήθειες, δημιουργήθηκαν ανταμώματα, γράφτηκαν βιβλία, έγιναν εκδηλώσεις και σεμινάρια σχετικά με την ζωή των Σαρακατσαναίων. 
Οι διάφοροι σύλλογοι ανά την Ελλάδα πράγματι κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες και κατέγραψαν το μεγαλύτερο τμήμα της σαρακατσάνικης παράδοσης.

Με τα χρόνια όμως πολύ σύλλογοι άρχισαν να χαλαρώνουν , σήμερα μάλιστα κάποιοι απλώς λειτουργούν μόνο στα χαρτιά.  
Ψάχνοντας για τα αίτια αυτής της χαλάρωσης των συλλόγων οδηγούμαστε περισσότερο σε κοινωνικές συγκυρίες και λιγότερο σε σιναφικές αδράνειες. 
 Πιστεύω ότι το βασικότερο λάθος των συλλόγων και των Σαρακατσάνων που ασχολήθηκαν με την σαρακατσάνικη κουλτούρα είναι ότι ταύτισαν την ζωή των προγόνων μας με τους χορούς και τα πανηγύρια, αφήνοντας στην άκρη έναν ολόκληρο τρόπο ζωής κάποιων ανθρώπων που μόνο πανηγύρια δεν έκαναν. 
Στα περιοδικά,στις εφημερίδες και στην τηλεόραση η σαρακατσάνικη ζωή παρουσιάζεται σαν εύκολη με μια τάση ρομαντισμού .  Όμως τα πράγματα ήταν τελείως διαφορικά, ο σαρακατσάνικος τρόπος ζωής ήταν πολύ σκληρός και επιβίωναν μόνο οι δυνατότεροι . 
Νομίζω ότι αυτό το κομμάτι της παράδοσης μας δεν έχει προβληθεί όπως θα έπρεπε και έτσι οι περισσότεροι έλληνες έχουν μπερδέψει την κουλτούρα μας με τα πανηγύρια χωρίς να ξέρουν ότι οι Σαρακατσαναίοι δεν έκαναν πανηγύρια αλλά ανταμώματα, χωρίς μουσικά όργανα και αν είχαν κάποια μουσικά όργανα αυτά ήταν λίγα και αυτοσχέδια. 
Οι σιναφίτες που έχουν σαρακατσάνικα βιώματα είναι πια λίγοι. Για να μπορέσει ένας σύλλογος να επιβιώσει και η παράδοση να έχει μέλλον χρειάζονται νέοι. Οι νέοι με σαρακατσάνικη καταγωγή που τόσο πολύ τους έχουν ανάγκη οι σύλλογοι κατά πλειοψηφία δεν ασχολούνται με το σινάφι γιατί δεν έχουν λόγους να το κάνουν. Έχουν πια τον δικό τους τρόπο ζωής ,ακούνε την μουσική της αρεσκείας τους , και έχουν τις δικές τους παρέες. 
Ένας σαρακατσάνικος σύλλογος χωρίς χορευτικό τμήμα και χωρίς το εβδομήντα της εκατό να αποτελείται από νέους κάτω των είκοσι ετών είναι θέμα χρόνου πότε θα σβήσει.

Αγαπητοί σιναφίτες για να μπορέσει η σαρακατσάνικη παράδοση να υπάρχει και για να μπορέσουν οι σύλλογοι να προσφέρουν πολιτιστικό έργο πρέπει να παρθούν μέτρα άμεσα. 
Μια καλή πρόταση που θα μπορούσε να βοηθήσει την προσέλευση των νέων στους συλλόγους και να τους διατηρήσει ενεργούς είναι ότι  τα διοικητικά συμβούλια θα πρέπει την πλειοψηφία τους να απαρτίζονται από εκπαιδευτικούς σαρακατσάνικης καταγωγής . 
 Οι εκπαιδευτικοί είναι οι επαγγελματίες που γνωρίζουν τον παλμό των νέων και λόγο πείρας θα βρουν τρόπους να  τους προσελκύσουν στους συλλόγους. Πιστεύω επίσης ότι είναι οι επαγγελματίες που θα ενημερώσουν σωστά τους νέους και θα τους εξηγήσουν γιατί πρέπει να γυρίσουν στους συλλόγους και να ασχοληθούν με την παράδοση μας. 
Αλλά πενήντα με εξήντα χρόνια μετά ξέρουμε πια, πια είναι η αλήθεια και τι ανήκει  στην παράδοση μας όπως ξέρουμε και τι πρέπει να πούμε στους  νέους και όχι μόνο, πρέπει πια με μέριμνα των συλλόγων να καταλάβουν οι συνέλληνες ότι σαρακατσάνικος τρόπος ζωής μόνο χοροί και πανηγύρια δεν ήταν. Ηταν ένας κόσμος με μεγάλη λαϊκή παράδοση που αξίζει κάποιος να ασχοληθεί μαζί του είτε σαν κουλτούρα είτε σαν υπερήφανα είτε για πολλούς άλλους λογούς που οι εκπαιδευτικοί ξέρουν να τους βρουν και να τους προβάλουν για να τραβήξουν το ενδιαφέρον των νέων . 


Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Έλαμψαν με την απουσία τους οι Σαρακατσαναίοι από την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου.

Σήμερα στην παρέλαση της 28ης  Οκτωβρίου είδαμε με καμάρι να παρελαύνουν νέοι και νέες απ' όλη την Ελλάδα.
Λυγερόκορμα παλικάρια και πανέμορφες κοπέλες απ' όλες τις περιοχές της πατρίδος μας παρήλαυναν και με υπερηφάνεια δήλωναν τον τόπο της καταγωγής του. Μακεδόνες, Επτανήσιοι, Πελοποννήσιοι ,  Πόντιοι , Κρητικοί, θράκες και πολλοί άλλοι . Ζητώ συγγνώμη αν αγνόησα κάποιους .
Με ανυπομονησία περιμέναμε να δούμε τα παιδία τα δικά μας . Τους απογόνους του Καπεταν Δίπλα του Κατσαντώνη ,του Καραϊσκάκη ,του Λεπενιώτη του Χασιώτη, του Τσόγκα , του Λιακατά ,και χιλιάδων άλλων αγωνιστών της ελληνικής επανάστασης, τα παιδιά των Σαρακατσαναίων. Αλλά μάταια  Ο σύλλογος Σαρακατσαναίων Φθιώτιδος μας απογοήτευσε για άλλη μια φορά.
Ούτε πέρυσι στην 25η Μάρτιου παρέλασαν οι Σαρακατσαναίοι ούτε πρόπερσι. Τα μέλη του συλλόγου Σαρακατσαναίων Φθιώτιδος (Ο Κατσαντώνης) έχει να δηλώσει την παρουσία του σε εθνική εορτή από το  δυο χιλιάδες πέντε.

Το θέμα δεν είναι ότι δεν παρέλασαν οι Σαρακατσαναίοι αλλά το γιατί .  Ένα γιατί που σίγουρα οι ρίζες του ξεκινούν πριν το δυο χιλιάδες πέντε, απλά τότε το πρόβλημα έγινε αισθητό και σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα προβλήματα σοβαρά και μη.

 Νομίζω ότι οι μόνοι που μπορούν να μας δώσουν απαντήσεις είναι τα Δ.Σ. του συλλόγου τα τελευταία χρόνια.

Και οφείλουν να δώσουν σοβαρές εξηγήσεις σε όλους τους Σαρακατσαναίους του νομού Φθιώτιδος


Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Σαρακατσάνικα Επίθετα


Βιβλιογραφία . Αγγελική Χατζημιχάλη: Οι Σαρακατσιάνοι

Αγραφα.docx

Βερμίο.docx

Βαρδούσια.doc

Αττική.doc

Φθιώτιδο.doc

Βοιωτία.doc


Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

Οι Καλλιωραίοι

Η παρακάτω ανάρτηση αναφέρεται στους Καλλιωραίους που έχουν Σαρακατσαναίηκή καταγωγή και πατρογονικά κατοικούν στους νομούς Φθιώτιδος και Βοιωτίας .
Κάποτε με τα κοπάδια τους μετανάστευαν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος (Θεσσαλία, Ήπειρο, Μακεδονία) αλλά γύρω στο 1920-30 ακολουθώντας το δρόμο των περισσότερων Σαρακατσαναίων εγκατέλειψαν τις μεταναστεύσεις, και στις δεκαετίες του 50-60 εγκατέλειψαν τον ποιμενικό βίο ορίστηκα και εγκαταστάθηκαν στους δύο παραπάνω νομούς .
Καλό θα ήταν να αναφερθούμε στην προέλευση του ονόματος μας. Έπειτα από μία σχετική έρευνα κατέληξα στα παρακάτω.
 Καλλιωράδες στο Αγρίνιο λένε τους παραμυθάδες -μοραπάδες .
 Καλλιωράδες η Καλαντράδες λένε στην περιοχή του Δομοκού αυτούς που λένε τα Κάλαντα των Θεοφανίων.
Το Καλλιώρας επίσης προέρχεται από την φράση που συνήθιζε κάποιος Καλή ώρα σαν ευχή (ευχόνημο).
Στα πλαίσια της ερευνάς το νομό Φθιώτιδος γνώρισα Καλλιωραίους που κατάγονται από τα χωριά Λιτόσελο και Βίτολη αλλά δηλώνουν ότι δεν έχουν σχέση με τους Σαρακατσαναίους .Οι Καλλιωραίοι της Αταλάντης όμως επιμένουν πως είναι σόι με τους Καλλιωραιους της Βιτολης και του Λιτοσελου.
Στην Άθυμα είχα την τύχη να γνωρίσω κάποιους Καλλιωραίους από τα χωριά της Αργιθέας και αυτοί μου δήλωσαν ότι δεν έχουν σχέση με τους Σαρακατσαναίους ,αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι οι γονείς τους και οι παππούδες τους ασχολιόντουσαν με την κτηνοτροφία και κάνανε μάλιστα και μεγάλες μεταναστεύσεις, πράγμα που το κάνανε οι μεγάλες ποιμενικές φυλές ( Σαρακατσαναίοι, Καραγκούνηδες, Βλάχοι, κ.λ.π.).
Στα πλαίσια της έρευνας επίσης συνάντησα την άποψη ότι  ότι οι Καλλιωραίοι παλιά ονομάζονταν Ζερβαίοι. Αν αυτό είναι αλήθεια σύμφωνα με το γενεαλογικό δέντρο (που θα δούμε παρακάτω) πρέπει να έγινε γύρω στο 1800- 1820.
Την εποχή εκείνη οι προγονοί μας ,ξεχειμώνιαζαν στο Τσαμάλι της Λιβαδειάς και είχαν άλλο όνομα (Ζερβαίοι ?), κάποιος από αυτούς ο Γιώργος είχε την συνήθεια όταν ήθελε να αποχαιρετήσει κάποιον τον αποχαιρετούσε με την ευχή άντε καλή ώρα ,έτσι του έμεινε το παρατσούκλι Καλλιώρας που αργότερα έγινε το κύριο όνομα Καλλιώρας.
Ο Γιώργος Καλλιώρας (Ζέρβας?) που προαναφέραμε σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε είχε τέσσερα αγόρια, (για πόσα κορίτσια είχε, δεν έχουμε πληροφορίες) τον Δημήτρη, τον Σπύρο, τον Χρίστο και τον Βασίλη.
Γύρω στο 1825-30 πρέπει να συνέβη κάποιο σοβαρό γεγονός στην οικογένεια του Γ. Καλλιωρα που ανάγκασε τα παιδιά του να φύγουν από την Λιβαδειά.
Αυτό το γεγονός ήταν τόσο σοβαρό που λέγεται ότι ένα από τα παιδία του Γιώργου Καλλιώρα (άγνωστο ποιος) έφυγε και πήγε στο Αγρίνιο και δεν ξαναγύρισε ποτέ και ότι οι απόγονοι του είναι ακόμη εκεί.
Πρώτος πρέπει να έφυγε ο Σπύρος και πήγε Ντερβένι (σημερινό Καλαμάκι Φθιώτιδος) και να τον ακολούθησε αργότερα ο αδερφός του Χρίστος ,ο δε Μήτρος πήγε στην Αταλάντη, στο Τσαμάλι έμεινε μόνο ο Βασίλης Καλλιωρας.
Αξίζει να ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τον Βασίλη Καλλιώρα και τον Σπύρο Καλλιώρα διότι ο βίος τους ήταν πιο διαφορετικός από τα άλλα αδέρφια τους.
Ο Σπύρος όταν πήγε στο Ντερβένι γνωρίστηκε με κάποιον Κώστα Κατσαμάκη η Κουμπάρο (επειδή έκανε πολλές κουμπαριές). Οι δυο τους αποκτήσανε μια καλή φιλία και κάποια στιγμή έγιναν και κουμπάροι. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Λάμπρου Καλλιωρα ο Κατασαμάκης πρόσφερε γη στον Σπύρο Καλλιωρα στη περιοχή του Ντερβενιού.
Επίσης σύμφωνα με την παράδοση ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Κουμπάρος ήταν σταυραδέρφια, επίσης σταυραδερφός τους ήταν και ο Κων. Δ. Λιάκος από την Τσοπαλνάτα (σημερινή Λυγαριά), εγγονός του Ευάγγελου Μπαλατσού αρχικαπετάνιου του 21 και γιος του Δημ. Λιάκου καπετάνιου του 21 από το Καρπενήσι.
Αργότερα στο Ντερβένι ήρθε και ο αδερφός Σπύρου ο Χρίστος ο οποίος πήρε κι αυτός γη από τον Κουμπάρο και εγκαταστάθηκε και αυτός στο Ντερβένι.
Περνώντας το χρόνια ο Σπύρος εξελίχτηκε σε μικροκαπετάνιο της περιοχής που έδρασε από την περιοχή του Ντερβενιού μέχρι το οθωμανικό.
Εκείνη την εποχή η Θεσσαλία ήταν υπό Οθωμανική κατοχή και γινόντουσαν πολλές προσπάθειες για την απελευθέρωση της .
Συνεπαρμένοι από αυτή την ιδέα ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Λιάκος αποφάσισαν να μπουν στην Θεσσαλία να προκαλέσουν θέμα για να ξεκινήσει η επανάσταση της Θεσσαλίας.
Πήγαν και βρήκαν δύο καπεταναίους της περιοχής τον Λίγκα και τον Φαρμάκη (πιθανών από την Μοσχοκαριά) και μαζί τους ξεκίνησαν για την Θεσσαλία.
Όλοι μαζί έφτασαν μέχρι την Μάντρα Τρικάλων, εκει από τυχαίο γεγονός σκότωσαν έναν τούρκο χωρικό που είχε πάει ε το μουλάρι του να μαζέψει ξύλα. Όταν το μουλάρι γύρισε πίσω οι δικοί του ανησύχησαν και ειδοποίησαν τον στρατό. Ο τούρκικος στρατός της περιοχής είχε πληροφορίες ότι υπάρχουν αντάρτες στο βουνό και κατάφερε το βράδυ να περικυκλώσει τους Έλληνες χωρίς αυτοί να τους αντιληφθούνε.
Από την πλευρά των Ελλήνων όταν σκοτώθηκε ο τούρκος χωρικός κάποιοι είπαν να φύγουν ,άλλοι είπαν να μείνουν εκεί. Ξέρουμε ότι μία ομάδα από αυτούς έφυγε οι υπόλοιποι έπεσαν και κοιμήθηκαν (Ανάμεσα τους ο Σπύρος Καλλιώρας και ο Κώστας Λιάκος) .Το πρωί όμως που ξύπνησαν διαπίστωσαν ότι ήταν περικυκλωμένοι από τούρκους στρατιώτες. Ξέρουμε ότι από την μάχη που ακολούθησε από τους περικυκλωμένους Έλληνες δεν γλίτωσε κανένας.
Από την μάχη αυτή βγήκε το τραγούδι (Τι τ' αθελες βρε Λίγκα τι τα' άθελες Φαρμάκη).
Σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του Λάμπρου Καλλιώρα ,όταν οι συγγενείς του Κ. Λιάκου πήγαν να πάρουν το πτώμα του ,βρήκαν όλα τα πτώματα των Ελλήνων πεταμένα σε ένα ρέμα μισοφαγωμένα από τ' αγρίμια.
Όταν ο Σπύρος Καλλιώρας έφυγε για την Θεσσαλία άφησε πίσω του δύο κόρες την Κωστάντω και την Δήμητρα. Η Κωστάντω παντρεύτηκε στο Ντερβένι με τον Βασίλη Λαμπρόπουλο και η Δήμητρα παντρεύτηκε δύο φορές. Στον πρώτο της γάμο παντρεύτηκε με κάποιον Σταυρογιάννη και κάνανε ένα γιο τον Χρίστο ο οποίος με την σειρά του παντρεύτηκε την Δήμητρα Μπλέτζα.
Στον δεύτερο γάμο της παντρεύτηκε με τον Κώστα Κουκούλη , και κάνανε δύο παιδιά την Ελένη και τον Σπύρο.
Ο Βασίλης ήταν ο μόνος που έμεινε στο Τσαμάλι πιθανών για να φυλάει τους γονείς τους. Απ'  ότι ξέρουμε ο Βασίλης Καλλιώρας ήταν άνθρωπος ιδιόρρυθμος (γιαυτό και οι πράξεις του έμειναν ζωντανές στη μνήμη των απογόνων του). Κάποια στιγμή εγκατέλειψε την οικογένεια του και το κοπάδι και κατέβηκε στην Λιβαδειά σε αναζήτηση καλύτερης τύχης , εκεί ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα για να μπορέσει να ζήσει ,ένα από αυτά ήταν και το επάγγελμα του σιδερά.
Γρήγορα όμως απογοητεύτηκε από την ζωή της πόλης την εγκατέλειψε και ξαναγύρισε στην οικογένεια του και στο κοπάδι.
Εκεί στο Τσαμαλι ερωτεύτηκε μία όμορφη βοσκοπούλα από το σόι των Ζερβαίων.
Κάποια μέρα όταν η νεαρή βοσκοπούλα πήγε στην πηγή με την βαρέλα να πάρει νερό Βασίλης πήγε και της μίλησε. Αυτή τότε έκοψε μόνη της μία κοτσίδα από τα μαλλιά της και ξαναγύρισε στο κονάκι.
Όταν την ρώτησαν η δικοί της άνθρωποι ποιος της έκοψε την κοτσίδα αυτή απάντησε ότι την έκοψε ο Βασίλης Καλλιώρας και όταν οι δικοί της την ρώτησαν αν θέλει να τον παντρευτεί αυτή απάντησε καταφατικά. Έτσι ο Βασίλης παντρεύτηκε την Μαρία Ζέρβα και έκανε πέντε παιδιά τον Γιώργο ,τον Νίκο, μία κόρη που δεν καταφέραμε να μάθουμε πώς λέγεται ,μάθαμε μόνο ότι παντρεύτηκε στη Λιβαδειά με κάποιον Χαρίση, τον Σπύρο (ο οποίος θα πρέπει να γεννήθηκε μετά τον θάνατο του θείου του Σπύρου στην Θεσσαλία και να πήρε το όνομά του) και τον Κώστα (Κονή).
Όταν ο Βασίλης Γ. Καλλιώρας και η γυναίκα του μεγάλωσαν αρκετά άρχισαν να σαπίζουν οι σάρκες τους πάνω από τους ώμους. Όταν πλέων ήταν ανήμποροι να φροντίσουν την οικογένεια τους αποφάσισαν να παντρέψουν το ένα από τα αγόρια της οικογένειας για να μπει μία γυναίκα στην οικογένεια και να φροντίζει τους υπόλοιπους.
Αν και ήταν σε μικρή ηλικία ο Γιώργος παντρεύτηκε την Γιαννούλα Κονδύλη ,αλλά δεν κάθισε και πολύ στην Λιβαδειά πήρε την οικογένεια του και το μερίδιό του και έφυγε για την Λαμία, όπου ήταν ήδη ο θείος του Χρήστος και οι δύο κόρες του Σπύρου παντρεμένες στο Καλαμάκι. Από τους απογόνους του Γιώργου Καλλιώρα οι περισσότεροι ζουν σήμερα στο Αυλάκι στην Λαμία ,στον Δομοκό στη Στυλίδα, στη Μεγάλη Βρύση ,στη Ροδίτσα, στον Άγιο Κωνσταντίνο, στον Βόλο, στα Τρίκαλα, Χαλκίδα, και στην Αθήνα.
Αργότερα τον Γιώργο τον ακολούθησε και ο αδερφός του Κώστας (Κονής) που ήταν παντρεμένος με την Παρασκευή Χατζή , οι απόγονοί του ζουν σήμερα στο Φρατζόμηλο ,στη Φραντζή ,στις Κομποτάδες, στην Αγία Παρασκευή ,στην Μεγάλη Βρύση , στο Αυλάκι, στη Στυλίδα, στη Λαμία, στη Λιβαδειά ,στην Αλίαρτο στο Παύλο, στον Ελαιώνα και στην Αθήνα.
Στο Τσαμάλι έμεινε ο Νικολάκης και ο Σπύρος για λίγο ακόμη.
Ο Νικολάκης Καλλιώρας ήταν παντρεμένος με την Δήμητρα Ντόγανου ,από τους απογόνους του σήμερα οι πιο πολλοί ζουν στον Διόνυσο ,στον Έξαρχο ,στην Δαύλεια ,στην Αγία Παρασκευή ,στον Ορχομενό, στη Λιβαδειά ,στην Τραγάνα, στην Πλάκα Φθιώτιδος ,στη Δαμάστα Φθιώτιδος, στην Καρδίτσα ,στην Θεσσαλονίκη ,και στη Αθήνα.
Πολύ αργότερα τους άλλους Καλλιωραίους ακολούθησε στη Λαμία και ο Σπύρος. Από τους απογόνους του οι ποιο πολλοί σήμερα ζουν στην Λαμία και στην Αθήνα λίγοι στο Αυλάκι ,στην Αγία Παρασκευή ,στη Στυλίδα ,και στις Τσουκαλάτες Βοιωτίας.
Η αδερφή τους όπως είπαμε ήταν παντρεμένη με κάποιον Χαρίση από την Λιβαδειά κάνανε μία κόρη την Βαγγελιώ που παντρεύτηκε με τον Κώστα Αραπαντζίκο και κάνανε έξι παιδιά .
Από τους υπόλοιπους Καλλιωραίους ο Μήτρος όπως είπαμε πήγε στην Αταλάντη και έκανε πέντε παιδιά τον Γιώργο που πήρε γυναίκα από το σόι των Τζηναίων ,τον Κώστα που παντρεύτηκε με την Αθηνά Σεϊντή , την Ελένη που παντρεύτηκε με τον Μιλτιάδη Καρακικέ ,την Βαγγελίτσα που παντρεύτηκε με τον Κώστα Γουλοδίμο και τον Νίκο που πήρε γυναίκα από το σόι τον Δοσαίων.
Ο Γιώργος έκανε τέσσερα παιδιά, την Κυριακούλα ,την Παναγιού ,τον Δημήτρη και τον Θεοχάρι. Η Κυριακούλα παντρεύτηκε τον Κ. Σάλτα και εγκαταστάθηκε στο Καραξύνι της Λιβαδειάς, τα εγγόνια της σήμερα ζουν στην Αθήνα, η Παναγιού παντρεύτηκε με τον Γιώργο Πουρνάρα και εγκαταστάθηκε στο Αυλάκι Φθιώτιδος όπου ζουν σήμερα η Κόρη της Κωσταντούλα και τα παιδιά της, ο Μήτρος Καλλιώρας παντρεύτηκε με την Αλέξω Γκουτζούνη και εγκαταστάθηκε στην Λυγαριά Φθιώτιδος όπου ζουν σήμερα ο γιος του Παναγιώτης και η κόρη του Κωστάντω, ο Θεοχάρης έμεινε μαζί με την αδερφή του Παναγιούλα στο Αυλάκι όπου και αποβίωσε.
Οι απόγονοι του Κώστα Δ. Καλλιώρα ζουν σήμερα στη Θήβα, στα Βάγια και στα χωριά Πλατανάκια ,Ύπατο, Δροσιά και Βαθύ.
Από τους και οι απόγονοι της Ελένης Δ. Καλλιώρα-Καρακικέ οι περισσότεροι ζουν σήμερα στις Θερμοπύλες στο Γοργοπόταμο ,στη Οβριακή, στο Μαυρονέρι ,στη Δαμάστα, στη Σκάρφεια, στο Παύλο, στην Λαμία στη Θήβα, στον Αλμυρό Μαγνησίας, στην Κατερίνη, στη Θεσσαλονίκη, στη Αθήνα και στη Γερμανία.
Οι απόγονοι της Βαγγελίτσας Δ. Καλλιώρα-Γουλοδήμου ζουν σήμερα στις Βαρδάτες το Νέο Κρίκελο στις Θερμοπύλες ,στη Μαγνησία, στον Άγιο Γεώργιο Δομοκού, στο Κόμμα στη Μεγάλη Κάψη, στη Μεγαλούπολη στην Λαμία και την Αθήνα.
Από τους απογόνους του Νίκου Δ. Καλλιώρα οι περισσότεροι ζουν στη Αταλάντη εκτός από τον και τον Αριστείδη Ν. Καληώρα που πήγε στην Τσοπαλνάτα (Λυγαριά) από τους απογόνους του Αριστείδη στην Λυγαριά ζει σήμερα η κόρη του Μαρία και τα παιδιά του Δημήτρη Καλλιώρα, ο Νίκος και η Ελευθερία κατοικούν στην Νέα Μαγνησία, οι υπόλοιποι μένουν στην Αταλάντη ,στο Κάστρο ,στα Χανιά ,στο Διόνυσο, στον Έξαρχο, και στις Λιβανάτες.
Από τους απογόνους του Χρίστου Γ. Καλλιώρα που πήγε και αυτός στο Καλαμάκι, πολλοί λίγοι ζουν σήμερα εκεί, οι περισσότεροι έχουν σκορπιστοί στην Λαμία ,στην Στυλίδα ,στην Στίρφακα, στον Σταθμό Λιανοκλαδιού, στον Παλαμά Φθιώτιδος, στην Αθήνα, και στην Αμερική.

Σήμερα οι Καλλιωραίοι έχουν την δική τους ιστοσελίδα στην διεύθυνση: (http://clubs.pathfinder.gr/Kalliorasclub)




Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Τα τσελιγκάτα στα βουνά και στους κάμπους της Φθιώτιδας

alt

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Βιβλιογραφία

Αγγελική Χατζημιχάλη οι «Σαρακατσάνοι».

 Στατιστικοί πίνακες - Στερεά και Θεσσαλία σελ 296-297

 

Φθιώτιδα

Οροσειρά Οίτη

 

 

Α.α

Τσελιγκάτα

Οικογένειες

Γιδοπρόβατα

Χειμερινή κατασκήνωση

Καλοκαιρινή κατασκήνωση

 

Τσαμαδιάς Β. Κωσταν.

5

1500

Μεγάλη Βρύση Λαμίας

Οίτη

 

Τσαμαδιάς Β. Γεώργιος

5

1500

---

---

 

Μπακογιάννης Κ. Αλέξανδρος

10

1300

Αυλάκι

-----

 

Καπετάνακος Χρ. Σπύρος

7

700

Δαϊτσά

------

 

Κωστής Γ. Θεωδ.

5

600

Στίρφακα

-----

 

Κούτρας Αντώνης

15

2500

----

----

 

Ζιάκας Δημήτριος

15

2000

Φραντζί

-----

 

Καλιούρας Δημ.

12

1400

Αυλάκι

-----

 

Κουνούκλας (Αθ) Ιωαν.Παν. Γεωρ. Δημ. Κως.

5

600

Λοφίσιον

Μαριολάτα Γκιώνας

 

Κουνούκλας   Γεώρ. Παν.

1

140

-----

-----

 

Κουνούκλας Δημ. Αλεξ.

1

110

------

------

 

Κουνούκλας Δημ. Ηλίας

1

100

------

-----

 

Κωστούλας Ιωάννης

1

100

-----

-----

 

Καραμπάς Ιωάν.

1

100

------

-----

 

Αραπατσάκος Ν Κως.

        3

600

Τσαμάλη Ορχομενού

Παύλιανη Οίτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οροσειρά Όθρυς

Μεταξύ Λαμίας- Αλμυρού- Δομοκού- Φαρσάλων

Στατιστικοί πίνακες - Στερεά και Θεσσαλία σελ 300-301

 

 

αα

Τσελιγκάτα

Οικο-

γένειες

Γιδο-

πρόβατα

Καλοκαιρινή κατασκήνωση

Χειμερινή κατασκήνωση

 

Επίσκοπος Κων.

35

4500

Λαμία

Όθρυς

 

Κούτρας Αθ.

20

2000

Στυλίδα

-----

 

Μπούχρας Χρις.

30

4500

---

------

 

Σούτης Ιωάν.

3

450

Βελανιδιά Αγχιάλου

Ανάβρα (Γαύρα) Όθρυς

 

Σιούκας Βας

1

200

Τελτεςζή Θεσσαλίας

----

 

Τσαλάγκας Γιάν.

1

150

Ράχες Στυλίδας

----

 

Στεργίου Χρ

3

450

---

----

 

Γίτσας Ευάγ.

1

150

----

----

 

Λιανός Βας.

2

175

---

-----

 

Τσαλάγκας Κων. Καια Χαραλ.

2

350

-----

----

 

Μπίκος Θεωδ. Και Γιωρ.

2

150

----

---

 

Τασούλας Δημ. Αλεξ.

2

350

------

-------

 

Τουμπαλέξης Σπύρος ,Βας.

3

300

------

-----

 

Καπούλας Δημ.

2

200

------

-----

 

Γρίνιας Στέργιος

2

150

------

-----

 

Τσαμπίρας Βας.

1

100

------

-----

 

Τιμπαλέξης

1

150

------

-----

 

Καλύβας Γεωρ.

1

150

------

------

 

Μπούχρας Δημ.

1

170

------

------

 

Ζαρογιάννης Αθαν

2

250

------

------

 

Τασούλας Γιάννης

1

150

------

------

 

Καλοδήμος Δημ.

4

380

Στυλίδα

--------

 

----- Γεωρ ,Στερ., Βας.

3

400

------

-------

 

Ζωγάκης Δημ. Γιάν.

2

250

------

-------

 

Μπελτεγρής Ευάγ. Γιώρ.

2

300

-----

-------

 

Γούσιας Γιώργος

1

150

------

-------

 

Λιανός Βας.

1

100

------

-------

 

Γεωργούσης Κων

1

200

-----

------

 

Χριστολδούλου Ανας.

1

180

------

------

 

Γκίτσας  Θεωδ.

2

250

------

-------

 

Μπελτεγρής Χρίς.

1

150

------

-------

 

Καλύβας Δημ.

1

159

Αχινός Στυλίδος

-------

 

Μπούχρας Παν . Σταθ. Γεωρ

3

450

------

--------

 

Μλούνας Γιάν Σωτ, Γιώρ. Θαν.

4

550

------

------

 

Μπούχρας Κως. , Χρις.

2

300

------

-------

 

Σαρογιάνης  Κως.  Γιαν.

1

200

------

-------

 

Χαρίσης  Γιωρ. του  Δημ.

1

150

-----

-------

 

Μπαμπαλής Ευάγγελ.

4

500

------

-------

 

Γεωργούσης Δημ

1

170

------

-------

 

Καραϊσκος Θύμιος

20

4000

Πελασγία Φθιώτιδος

-----

 

Κουτσής Γεώρ.

4

1000

Τσαμάλι Ορχομενού

------

 

Χαλβαντζή

αδερφοί

2

200

Παύλος Ορχομενού

Νεζερο

Όθρυς

 

Σύνολα

303

41600

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οροσειρά  Καλλίδρομο Χλωμός

Από σιδηροδρομική γραμμή προς Αταλάντη

 Στατιστικοί πίνακες - Στερεά και Θεσσαλία σελ 294-295

 

 

 

Α.α

Τσελιγκάτα

0ικογένειες

Γιδο

πρόβατα

Χειμερινή κατασκήνωση

Καλοκαιρινή

κατασκήνωση

 

Σπαθούλας (Παν) Γιώργος

15

1900

Κοτσέκι Λαμίας

Καλλίδρομο

 

Χαλβαντζής Ιωάννης

14

1800

 

------

 

Παταριάς Νικ.

11

1700

Μώλος

-----

 

Λιοντάρης Αθαν.

13

1600

Άγιος  Σεραφείμ

-----

 

Κλεφτογιάννης Χρις.

9

1400

Άγιος Σεραφείμ

-----

 

Ποντίκας Κως.

8

1200

Άγιος Κωνσταντίνος

-----

 

Τσαπρούνης Ιωάν. Και Κων.

2

300

Ακόντιο Χαιρώνειας

Δρονίτσα Καλλιδρόμου

 

Καραϊσκος Θαν. Ιωαν. Δημ. Νικ. Κων.

4

850

 

-----

 

Γκόβαρης Δήμος και Θαν.

2

500

Χαιρώνεια

Καλλίδρομο

 

Κωνής Ιωάννης

3

300

 

Καριά Χλωμού

 

Δόγανος Δημ.

2

300

Μελίσσι Χαιρώνειας

Παλαιοχώρι Καλλιδρόμου

 

Τασούλας Πέτρος

2

200

 

------

 

Μπουραζάνας Άγγελος

1

150

Χαιρώνεια

------

 

Σύνολα

139

19.200

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο παρακάτω πίνακας αναφέρεται σε Σαρακατσαναίους που είναι μόνιμα εγκατεστημένοι ως γεωργοκτηνοτρόφοι. Ασχολούνται περισσότερο με την γεωργία και έχουν υποβοηθητικό επάγγελμα την κτηνοτροφία . Τα λίγα κοπάδια τους βόσκουν χειμωνοκαλοκαιρο στις περιοχές όπου μένουν .Αλλά και σε άλλα χωριά της Φθιώτιδας -Φωκίδας που δεν αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα όπως πχ. Αυλάκι ,Φραντζί, Κομποτάδες,Μεξιάτες, Παλιοχώρι (Γραβιάς) κλπ όπου αρκετοί Σαρακατσαναίοι είναι εγκατεστημένοι μόνιμα ως γεωργοκτηνοτρόφοι

 

 

Α.α.

Τσελιγκάτα

Οικογέ-

νειες

Γιδο-

πρόβατα

κατασκηνώσεις

 

Κοντογιώργος Παναγιώτης

10

1200

Λυγαριά Λαμίας

 

Ντέσκος Χρίστος

15

1500

Αγριελιά Λαμίας

 

Τσεκούρας Δημήτριος

15

1200

Δίβρη Λαμίας

 

Κάτσανος Απόστολος

10

1100

Μεγάλη Βρύση

 

Μπεσύρης ή Φορτάτος Κων.

5

150

Άγιος Κωνσταντίνος

 

Τσαμαδιάς Πέτρος και Θύμιος

2

100

------

 

Ανάστος Βαγγέλης και Ανας.

2

100

------

 

Τσάκαλος Χρήστος

5

150

-----

 

Τσαμαδιάς Απ. Και Ιωαν.

2

230

-----

 

Τζοάνος  Δημ

3

200

------

 

Τζοάνος Ιωάννης

3

150

----

 

Μουστάκας Γεώργιος

1

100

------

 

Γκατζούνης Γεώργιος

1

100

------

 

Θελούρας Ιωάννης

1

100

------

 

Τσαμαδιάς Γεώργιος

3

250

-----

 

Γιολάννης Αθανάσιος

1

50

-----

 

Μπαχλαβάς Ιωάννης

3

350

------

 

Μακρυγιάννης Κώστας και Χαρ.

3

200

Λογγός

 

Τραχανάς Κώστας

2

100

-------

 

Μόσχος Χαρ.

3

150

-------

 

Ποντίκας Νικ. Κως.Αθ.

3

100

-------

 

---          Κων.

2

100

------

 

Μπεζάκης Ευάγγελος και Αθανάσιος

2

50

-------

 

Σιρακιώτης Αθανάσιος

4

75

------

 

Καρανάσιος Νικ.

1

50

-----

 

Μπεζίρης Βαγγέλης  και αδερφοί

4

200

-----

 

Κατσίκας  Κως.

3

280

-----

 

------     Ηλίας Θανάς,

2

50

----

 

Κούτρα Αδερφοί

3

150

Αταλάντη

 

Παλιαλέξης Χρις. Και Δημ.

3

150

------

 

Ζυγοκώστας Δημ,

1

25

-----

 

Μπαχλαβάς Νικ. Αλέξ. Ανδρ.

7

350

Καινούργιο ( Καμένα Βούρλα)

 

Πανόπουλος Αθ.

1

50

-----

 

Κοντοπάνου αδερφοί

3

120

-----

 

Μπεζάτσης Παν

3

200

-----

 

Πεινασμένος Παν  και Θαν.

2

75

-----

 

Σπαθάρας Παν και Κώστας

2

75

-----

 

Παταριά  αδερφοί Καλτσάς Κων. Λεονταρής Θαν. Κουνούκλας  Γιώργης Κλεφτογιάννης Χρ και Γιάννης , Μπατσογιάννης Χρίστος και Γιώργης, Κυρλής Νικ.

10

600

Άγιος Σεραφείμ Λαμίας

 

Θυμιογιώργος Γιώργης

1

50

Σκαρφεια Λοκρίδας

 

Γαλάνης Κως., Θαν. Χρ. Νικ.

4

300

------

 

Κουτσουρός Νικ.

1

50

------

 

Μουστάκας  Νικ.

1

50

--------

 

Σαρακιώτη αδερφοί

2

100

-------

 

Ζιάκα αδερφοί

2

100

------

 

Σπανός Παν.

1

50

------

 

Λέντας Κώς. Γιάν., Γρηγ. Θεωδ. Ηλίας

5

200

------

 

Σύνολο

248

18310

 

 

 


Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Τι είναι η σαρακατσαναίηκη παράδοση

Μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και στις δεκαετές 1950-60 χάθηκε για πάντα μία μεγάλη ποιμενική φυλή που τα μέλη της αποκαλόντουσαν Σαρακατσαναίοι.

 Η  παραπάνω φυλή έζησε και επιβίωσε στον χώρο της βαλκανικής για πολλές χιλιάδες χρόνια σύμφωνα με πολλούς ανθρωπολόγους και κοινωνιολόγους. Μαζί τους δυστυχώς χάθηκε και μία τεραστία λαϊκή παράδοση.
Σήμερα πολλοί σύλλογοι Σαρακατσαναίων σε όλη την Ελλάδα προσπαθούν να διασώσουν οτιδήποτε μπορούν από αυτή την τεράστια παράδοση  . Αλλά εδώ τίθεται το ερώτημα πως θα σώσεις μια τόσο μεγάλη παράδοση την στιγμή που δεν ξέρεις ακριβώς ποια είναι αυτή η παράδοση και όχι μόνο , πολλοί από εμάς δεν ξέρουμε καν ποιοι ήταν πραγματικά οι Σαρακατσαναίοι.

Υπάρχουν πολλοί Έλληνες ανάμεσα τους και πολλοί Σαρακατσαναίοι που αν τους ρωτήσεις τι ήταν οι Σαρακατσαναίοι, θα σου απαντήσουν απλά ότι ήταν τσοπάνηδες στα βουνά, χωρίς να σκεφτούν ποτέ ποια λαϊκή παράδοση έφερναν μαζί τους αυτοί οι αγέρωχοι κάτοικοι των βουνών.
Αλλά και εμείς, που λέμε ότι είμαστε Σαρακατσαναίοι ,καθίσαμε ποτέ να σκεφτούμε ποιοι ήταν πραγματικά οι πρόγονοι μας την εποχή που αποτελούσαν ξεχωριστό κοινωνικό σύνολο μέσα στην ελληνική κοινωνία;
Από πού ήρθαν, πως ζούσαν, τι έτρωγαν , γιατί ήταν απομονωμένοι από τους υπόλοιπους Έλληνες , ποιους κανόνες και άγραφτους νόμους εφάρμοζαν για να διατηρούν τις απαιτούμενες ισορροπίες της σκληρής κοινωνία τους, πώς ντυνόντουσαν, τι φορούσαν πριν φορέσουν φουστανέλα ,τι μουσικά όργανα χρησιμοποιούσαν, τα τραγούδια τους και οι χοροί τους κάτω από ποιες συνθήκες δημιουργήθηκαν, επηρεάσθηκαν από τους υπόλοιπους έλληνες και κατά πόσο και που έμαθαν τόσα πολλά πράγματα γύρω από την χλωρίδα και την πανίδα της Ελλάδος και τέλος πάντων τι ήταν εκείνο που τους έκανε να επιβιώσουν τόσες χιλιετίες κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες;
Σήμερα εμείς οι νεότεροι Σαρακατσαναίοι μαζευόμαστε σε ένα σύλλογο ή πάμε σε κάποιο αντάμωμα ακούμε ή τραγουδάμε διάφορα τραγούδια που λέμε ότι είναι σαρακατσαναίηκα , ακούμε διάφορα μουσικά όργανα που λέμε ότι είναι σαρακατσαναίηκα, φοράμε διάφορες παραδοσιακές στολές που λέμε ότι είναι σαρακατσαναιηκες χωρίς να ξέρουμε κατά πόσο όλα τα παραπάνω αντιπροσωπεύουν την παράδοση μας.
Κατά την προσωπική μου άποψη σήμερα τα ανταμώματα έχουν μετατραπεί σε πανηγύρια , όπου παίζονται διάφορα μουσικά όργανα και μαζί με τα παραδοσιακά μας τραγούδια ακούγονται και διάφορα αλλά δημοτικά τραγούδια από όλα τα μέρη της Ελλάδος, που δεν έχουν σχέση με την μουσική παράδοση της φυλής μας.
Επίσης παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των διάφορων Σ. συλλογών ,το μόνο που έχει διασωθεί από το σύνολο της Σ. παράδοσης είναι να ένα μικρό κομμάτι που λέγε μουσική παράδοση.
Όμως η Σ. παράδοση δεν είναι μόνο τα τραγούδια και οι χοροί αλλά ήταν ο συγκεκριμένος τρόπος ζωής των προγόνων μας που μεταδίδονταν από πατέρα σε γιο, από μάνα σε κόρη, από γιαγιά και παππού σε εγγονό και περιελάμβανε ,μύθους, παραμύθια, αινίγματα, ηρωικές πράξεις συγγενών και προγόνων , οικογενειακή ιστορία, προλήψεις, τρόπους συμπεριφοράς, κανόνες ηθικής κλπ .

Υ.Γ. Πενήντα με εξήντα χρόνια μετά το την εξαφάνιση της σαρακατσαναίηκης φυλής σαν ξεχωριστό κοινωνικό σύνολο μέσα στην ελληνική κοινωνία , πρέπει να συνυδητοποιήσουμε ότι είμαστε η εσχάτη γενιά Σαρακατσαναίων που έχει προσωπικές εμπειρίες από την πραγματική σαρακατσαναίηκη ζωή και ότι ο ρόλος μας και οι ευθύνες μας είναι τεράστιες και ότι είμαστε η γενιά που πρέπει να πάρει τις σωστές αποφάσεις που θα καθορίσουν και θα εξασφαλίσουν το μέλλον της φυλής μας.
Ήδη χάθηκαν πενήντα έως εξήντα χρόνια άδικα. Εκείνο που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας είναι ότι η φυλή μας υπήρξε και επιβίωσε κάποτε κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες ,υπάρχουμε σήμερα, αλλά αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε τους προγόνους μας πρέπει να υπάρχουμε και στο μέλλον. Για να το καταφέρουμε όμως αυτό πρέπει να γνωρίζουμε καλά τι είναι σαρακατσαναίηκη παράδοση με όλη την σημασία του όρου και να συνειδητοποιήσουμε ότι η παράδοση μας δεν είναι μόνο τραγούδια χοροί και φαγοπότια ,γιατί αν δεν το συνειδητοποιήσουμε είναι θέμα χρόνου πότε θα εξαφανιστούμε για πάντα.


Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο καπετάν Δίπλας

[youtube=

Ο Δίπλας ήταν μία από τις ιστορικότητες μορφές της κλεφτουριάς . Στο  κλαρί βγήκε σε ηλικία δεκαεπτά ετών. Στην αρχή πολέμησε μαζί με τους Κοντογιανναίους και τους Μπουκουβαλαίους , αλλά όταν έγινε εικοσιένα ετών έκανε δικό του σώμα . Διακρινόταν για την σύνεση και το στρατηγικό του μυαλό, εθεωρείτο μάλιστα ο αρχηγός όλων των κλεφτών. Έδρασε στην Ακαρνανία στον  στον Ασπροπόταμο και στα Άγραφα
Κοντά του μαθήτευσαν άλλοι μεγάλοι αρματολοί και κλέφτες ώσπου έφτιαξαν δικά τους ένοπλα σώματα, όπως ο βαφτισιμιός του και ανιψιός του Αντώνης Κατσαντώνης με τ' αδέρφια του Κώστα Λεπενιώτη και Γιώργο Χασιώτη επίσης ο Τσόγκας , ο Καραγιανάκης , ο Καραϊσκάκης κλπ.  Ο Δίπλας ήταν συνετός, ανδρείος ,έξυπνος και άριστός γνώστης της τέχνης του κλεφτοπολέμου, και αυτές τις γνώσεις του τις παρέδωσε και στους μαθητές του.
 Ο Αλή Πασάς από το 1796 έχει  κατακτήσει  την Άρτα, τη Χειμάρα και την Πρέβεζα. Στη συνέχεια κατέλαβε τη Βόνιτσα και το 1803 υπέταξε το Σούλι  και εξόρισε τους κατοίκους του.  Στην επικράτειά του η μόνη ελεύθερη περιοχή ήταν τα βουνά των Αγράφων. Το στρατηγικό μυαλό του Καπετάν Δίπλα κατάλαβε ότι ο κλοιός στενεύει και ότι ο επόμενος στόχος θα ήταν τα Άγραφα. Κατάλαβε επίσης ότι η μόνη λύση για να αντιμετωπίσουν τον  Αλή Πασά ήταν  η ένωση όλων των καπετανάτων σε ένα.
 Έτσι ηλικιωμένος πια ο Καπεταν Δίπλας νιώθοντας ότι είναι πολύ μεγάλος για να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον Αλή Πασά κάλεσε, όλους τους καπεταναίους  και παρέδωσε το κουμάντο σε αυτόν που θεωρούσε αξιότερο στον Κατσαντώνη.  Σε τρία  χρόνια όμως είχαν σκοτωθεί και ο Καπετάν Δίπλας και ο Κατσαντώνης έτσι τα πρωτοπαλίκαρα τους Καραϊσκάκης ,Τσόγκας, Δημοτσέλιος κλπ αναγκάστηκαν να πάνε στα Γιάννενα να προσκυνήσουν.      

Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι αν δεν υπήρχε ο αρχηγός άλλων των κλεφτών Καπετάν Δίπλας να εκπαιδεύσει τόσους κλεφτές και καπεταναίους σίγουρα δεν θα υπήρχαν ούτε ο Κατσαντώνης ,ούτε ο Λεπενιώτης, ούτε ο Χασιώτης, ούτε ο Καραϊσκάκης, ούτε ο Τσόγκας,  Καραγιανάκης κλπ, ίσως η ελληνική επανάσταση να είχε πάρει άλλη τροπή. Το έθνος μας οφείλει πολλά στον καπετάν Δίπλα . Είναι μια ιστορική μορφή των προεπαναστατικών χρόνων δεν έχει δεχτεί ακόμη την δέουσα. σημασία από τους ιστορικούς και ερευνητές. Νομίζω πως είναι καιρός να του αποδοθούν οι δάφνες που του αξίζουν.  Ο Δίπλας ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τον κατακτητή και ποτέ δεν ζήτησε αρματολίκι , ποτέ δεν έσκυψε το κεφάλι και ποτέ δεν προσκύνησε τούρκο πασά, αλλά και δεν έκατσε ποτέ στο ίδιο τραπέζι με τους εκάστοτε κοτζαμπάσηδες και προεστούς ,όλη του την ζωή την έζησε στο βουνό με το όπλο στο χέρι πολεμώντας τους κατακτητές. 

Ο Δ.. Σταμέλος γράφει :Ο Δίπλας πολύπειρος ,κλέφτης έβλεπε πως ο βαφτισιμιός του , το νιοβλάσταρο της κλεφτουριάς θα στεκόταν από εδώ και πέρα το ασύγκριτο ταμπούρι της Ρωμαίικης αρματωσιάς. Και του δίνει την θέση του ,για να μπει ο ίδιος απλός πολεμιστής στο Κατσαντωναίηκο φουσάτο που όλο μεγαλώνει ,σε νοματαίους και αντρειοσύνη. 
Έτσι ο Καπετάν Δίπλας γέρος πλέων ,έπειτα από μισό αιώνα αγώνων ως καπετάνιος παραδίδει την αρχηγεία στον αξιότερο από τα παλικάρια του τον Αντώνη Κατσαντώνη.

Ο Κ. Κωτσοκάλης συνεχίζει :Νηφάλιος και νουνεχής ο Δίπλας ,προκειμένου να υπηρετήσει την ιδέα του έθνους που την αντιπροσώπευε τότε ο Κατσαντώνης, ακολούθησε τον δρόμο της θυσίας .Σε μια μεγαλειώδη έξαρση πατριωτισμού παραμέρισε την προσωπική του φιλοδοξία ,θυσίασε αγόγγυστα τον εαυτό του και παρέδωσε την αρχηγία. 

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι διάφορες παραλλαγές.



Τρία πουλάκια κάθονται στου Δίπλα το ταμπούρι
μοιρολογούσαν κι'; έλεγαν μοιρολογούν και λένε.
Σήκου Δίπλα μ' να φύγουμε σ' άλλα βουνά να πάμε.
Πολλή τουρκιά μας πλάκωσε μαύρη σαν καλιακούδι.
Ας  τους πουλί μ' κι' ας έρχονται και να περνοδιαβαίνουν
να ιδούν του Δίπλα το σπαθί , του Δίπλα το ντουφέκι.

Το λέν' οι κούκοι στα βουνά και οι πέρδικες στα πλάγια,
το λέει και ο πετροκότσυφας στα κλέφτικα λημέρια.
Οι κλέφτες σκορπίσανε και γίνανε μπουλούκια.
Ο Δίπλας πάει στ' Άγραφα κι ο Αντώνης πάει Βάλτο.
Κι ο Νάσος
[1] πέρα πέρασε κατά τα Βλαχοχώρια,
για να βαφτίσει ένα παιδί ,να πιάσει μια κουμπάρα.

Τρία πουλάκια κάθονται στου Δίπλα το ταμπούρι,
μοιρολογούσαν κι έλεγαν μοιρολογούν και λένε
Σήκου Δίπλα μ' να φύγουμε σ' άλλα βουνά να πάμε.
Πολλή τουρκιά μας πλάκωσε μαύρη σαν καλιακούδι.
Ας'; τους πουλί μ' κι ας έρχονται και να περνοδιαβαίνουν
να ιδούν του Δίπλα το σπαθί , του Δίπλα το ντουφέκι.

Ένα πουλάκι λάλησε στου Δίπλα το ταμπούρι,
δεν ελαλούσε σαν πουλί , σαν ούλα τα πουλάκια ,
μόνο λαλούσε κ'; έλεγε μ' ανθρώπινη λαλούλα .
-Μην είναι ο Τσόγκας πού' έρχεται ,μην είναι ο Λεπενιώτης ;
-Μηδέ ο Τσόγκας έρχεται μηδέ ο Λεπενιώτης ,
Μον' είναι ο Μαχουρντάραγας με δυο και τρεις χιλιάδες.
Φέρνει κι ασκέρι διαλεχτό ούλο τσοχανταραίους .
Στα δόντια παίρνουν το σπαθί , στο χέρι το ντουφέκι.
Ας έρχονται οι παλιότουρκοι εμείς τους καρτερούμε .
Εδώ είναι του Αντώνη του σπαθί του Δίπλα του Νταλιάνι.
Και ο Δίπλας τότε χούγιαξε και ο Δίπλας τότε λέει:
-Πούστε παλικάρια μου , παλιοί μου μπουλουκτσήδες,
αντέτι πιάστε κάμετε σ' αυτούς τους γουρνομήτες.
Για σύρτε τα λαφριά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια.
Γιουρούσι κάναν με σπαθιά,
παίρνουν τους τούρκους ομπροστά , ομπροστά σαν βουκολογελάδια
σαν την κοπή τα πρόβατα, σαν την κοπή τα γίδια.
Διακόσιους Τούρκους σκότωσαν και κ'; εξήντα λαβωμένους.

Του Δίπλα οι φίλοι έλεγαν και τον παρακαλούσαν .
-Σήκω να φύγεις , Δίπλα μου ,πάρε τον Κατσαντώνη,
τι Αλή Πασσας σας έμαθε ,στέλνει τον Μουχουρδάρη
Και τα λημέρια φώναξαν όσο κι αν ημπορούσαν:
Ο Μουχουρδάρης έρχεται με τέσσαρες χιλιάδες .
Φέρνει Αρβανίτες του Πασσά ,τους τσοχαδαραίους,
στα δόντια φέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα ντουφέκια.
Ο Δίπλας ζωντανός ,πόλεμο δεν φοβάται ,
Έχει λεβέντες διαλεχτούς ,όλους Κατσαντωναίους.
Τρων ΄ το μπαρούτι για ψωμί , τα βόλια για προσφάγι.
Σφάζουν τους τούρκους σαν τραγιά κι αγάδες σαν κριάρια.

Του Δίπλα οι φίλοι λέγανε και τον παρακαλούσαν .
-Σήκω να φύγεις Δίπλα μου , με ους Κατσαντωναίους ,
σας έμαθε ο Αλή Πασάς και στέλνει να σας πιάσει
ένα κακό δερβέναγα τον Άγο Μουχουρνάρη.
Τον λόγο δεν απόκειοσαν, τον λόγο δεν απόειπαν,
και τα λημέρια φώναξαν όσο κι αν ημπορούσαν
Ο Μουχουρνάρης πλάκωσε με τέσσαρες χιλιάδες
σέρνει λεβέντες διαλεχτούς όλο τσοχανταραίους
στα δόντια σέρνου τα σπαθιά , στα χέρια τα ντουφέκια .
Και ο Δίπλας αποκρίθηκε και τους απολογιέται.
Όσο είναι ο Δίπλας ζωντανός τους τούρκους δεν φοβάται
.Έχει λεβέντες διαλέχτους και τους Κατσαντωναίους ,
που τρων μπαρούτι για ψωμί και βόλια για προσφάγι
και σφάζουν τούρκους σαν αρνιά και σαν παχιά κριάρια.


Για τον θάνατο του Δίπλα έχουμε τις εξής εκδοχές:
Ο Καποδίστριας λέει πώς τον Ιούλιο του 1807 όταν τα σώματα του Κατσαντώνη και του Κίτσου Μπότσαρη πήγαιναν στην Λευκάδα για να πάρουν μέρος στην συνάντηση που είχε κανονίσει ο ίδιος ο Βασίλης Δίπλας συγκρούστηκε με τουρκαλβανούς έξω από το μοναστήρι της Τατάρνας ,στου Μανόλη το γιοφύρι.
((Τας πρωϊνάς ώρας μέχρι της μεσημβρίας διήλθομεν ακροώμενοι αυτών αφελέστατα και φυσικότατα αφηγουμένων τα νωπά έτι κατά των τούρκων κατορθώματα των, ιδία δια την τελευταίαν μάχη των 300 αγωνιστών ,οίτινες υπο την ηγεσίαν του Μπότσαρη και του Κατσαντώνη κατετρόποσαν μέγα σώμα Τουρκαλβανών ,ων 80 εφόνευσαν και πλείστους ετραυμάτισαν ,των λοιπών εγκατελοιψάντων τας αποσκευάς των και τραπέντων είς φυγήν. Εν τη μάχη εκείνη είχον πέσει ,γενναίως μαχόμενοι ,10 Έλληνες ,εν οις και ο ανδρείος Δίπλας ,όστις ξιφουλκίσας και επιτεθείς εντός αυτών των χαρακωμάτων των εχθρών ,έπεσεν άπνους βληθείς υπό εχθρικής σφαίρας)).

Ο FAURIEL δεν λέει που και πότε σκοτώθηκε ο Δίπλας αλλά λέει ότι θυσιάστηκε προσπαθώντας να σώσει τον Κατσαντώνη σε κάποια μάχη που κινδύνευε . 

((Ο Κατσαντώνης πολλές φορές κυνηγήθηκε από τους Αλβανούς ,και πάντα καλούσε τον Δίπλα για βοήθεια. Οι δύο καπεταναίοι ενωμένοι κυνηγούσαν τους Αλβανούς και όταν πέρναγε ο κίνδυνος ξαναγύριζαν στις θέσεις τους. Σε κάποια μάχη όμως τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά . Και οι δύο καπεταναίοι μαζί δεν είχαν πάνω από εκατόν είκοσι άνδρες ,δέχθηκαν επίθεση χιλίων πεντακοσίων Αλβανών και διαλύθηκαν και οι δύο αρχηγοί έμειναν μόνοι με λίγα παλικάρια περικυκλωμένοι από τους Αλβανούς και απ';ότι φαίνεται θα πιάνονταν ζωντανοί.
Την ώρα της μάχης ο αρχηγός των Αλβανών φώναξε:
-Ποιος από σας είναι ο Κατσαντώνης ;
-Εγώ απαντά με υπερηφάνεια και χωρίς δισταγμό ο Κατσαντώνης ,θεωρώντας ότι δεν ήταν αντρίκειο να κρύψει το όνομα του μπροστά στον εχθρό.
Οι Αλβανοί επιτέθηκαν εναντίων του τον συλλαμβάνουν και ενθουσιασμένοι ήταν έτοιμοι να τον εκτελέσουν.
Τότε πετάχτηκε ο Δίπλας από το ταμπούρι του και λέει με βροντερή φωνή:
-Ποιος είναι αυτός ο τιποτένιος που άφησε να τον πιάσουν και λέει πώς είναι ο Κατσαντώνης , ο Κατσαντώνης είμαι εγώ, κι όποιος νομίζει ότι μπορεί να με πιάσει ας κοπιάσει.
Οι Αλβανοί στράφηκαν προς τον Δίπλα είδαν έναν τεράστιο άντρα με άγριο πρόσωπο και βροντερή φωνή πίστεψαν πως είναι ο Κατσαντώνης και στράφηκαν προς το μέρος του, δίνοντας την ευκαιρία στον Κατσαντώνη να δραπεύσει.
Σ'; αυτή τη μάχη σύμφωνα με τον FAURIEL σκοτώθηκε ο Δίπλας. 


Σύμφωνα με τον Yemeniz , ο Δίπλας σκοτώθηκε στην μάχη με τον Βεληγκέκα ενώ προσπαθούσε να σώσει τον Κατσαντώνη.
Την ώρα της μάχης όλοι οι Αλβανοί είχαν πέσει πάνω στον Κατσαντώνη να τον σκοτώσουν και σε κάποια στιγμή ο Κατσαντώνης είχε περικυκλωθεί από τους Αλβανούς και κινδύνευε άμεσα ,τότε πετάχτηκε ο ρωμαλέος Δίπλας μπαίνει ανάμεσα στον Κατσαντώνη και τους Αρβανίτες και λέει ότι εγώ είμαι ο Κατσαντώνης.
Οι αρβανίτες ξεγελάσθηκαν και στράφηκαν εναντίων του δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον Κατσαντώνη να απελευθερωθεί, και να ξαναδώσει κουράγιο στα παλικάρια του.
Ο Δίπλας αφού σκότωσε εφτά τούρκους με το σπαθί του πέφτει από εχθρικό βόλι και ένας αλβανός περνάει και του κόβει το κεφάλι. 


Ο Κασομούλης μας δίνει μία άλλη εκδοχή σε κάποια μάχη που ήταν να δοθεί με πολυάριθμους αρβανίτες θα συμμετείχαν τα σώματα του Δίπλα, του Σουλιώτη Κοσμά , του Κατσαντώνη και του Καραϊσκάκη ,σε κάποια κρίσιμη στιγμή ενώ η μάχη δεν είχε ξεκινήσει ακόμη ο Δίπλας λέει:
-Πάμε να φύγουμε δεν μου αρέσει το μέρος .
-Οι Σουλιώτες δεν φεύγουν απάντησε ο Κοσμάς .
Όταν ξεκίνησε η μάχη οι Σουλιώτες κατάλαβαν το λάθος τους και ο Κοσμάς είπε:
-Να φύγουμε.
Ο Δίπλας δεν φεύγει απάντησε ο καπετάνιος.
Σ';αυτή την μάχη σκοτώθηκε ο Δίπλας ,τραυματίστηκε ο Κατσαντώνης και ο Καραϊσκάκης.


Αν δεν υπήρχε ο ο αρχηγός όλλων των κλεφτών Καπετάν Δίπλας να εκπαιδεύσει τόσους κλεφτές και καπεταναιους σίγουρα δεν θα υπήρχαν ούτε ο Κατσαντώνης ,ούτε ο Λεπενιώτης, ούτε ο Χασιώτης, ούτε ο Καραϊσκάκης, ούτε ο Τσόγκας,  Καραγιανάκης κλπ, ίσως να μην πετύχαινε και η ελληνική επανάσταση δηλ. το έθνος μας οφείλει πολλά στον καπετάν Δίπλα .Είναι μια ιστορική μορφή που μαζί με τοσους αλλους που δεν έχουν δεχτεί ακόμη την δέουσα. σημασία απο τους ιστορικούς και ερευνητές, νομιίζω πως είναι καιρός να του αποδοθούν οι δάφνες που του αξιζουν. 
Ο Δίπλας ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τον κατακτητή και ποτέ δεν ζήτησε αρματολίκι , ποτέ δεν έσκυψε το κεφάλι και ποτέ δεν προσκύνησε τούρκο πασά, αλλά και δεν έκατσε ποτέ στο ίδιο τραπέζι με τους εκάστοτε κοτσαμπάσιδες και προεστούς ,όλη του την ζωή την έζησε στο βουνό με το όπλο στο χέρι πολεμώντας τους κατακτητές. 

Ο Καπετάν Δίπλας είναι ο αντίστοιχος άγνωστος ήρωας της λεβεντογένας Κρήτης ο  Ιωάννης Δασκαλογιάννης  http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=195070 που το επίσημο κράτος τους έχει και τους δύο στην αφάνεια. 



Παρακαλούνται οι αναγνώστες που θα χρησιμοποιήσουν την παραπάνω ανάρτηση για προσωπική τους χρήση να αναφέρουν και την πυγή στην βιβλιογραφία τους η στις ηλεκτρονικές τους παραπομπές..

Βιβλιογραφία.

Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.

Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.



[1] Νάσιος Κουμπόπουλος


Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Ο Γιώργος Τσόγκας




Ο Γάλλος Ζυσερέ Ντε Σαιν Ντενίς γράφει : Ο Τσογκας ,ηλικίας 55 ετών γεννήθηκε εν Ακαρνανία ανήκε επί πολύ καιρόν εις το σώμα των κλεφτών του περίφημου Κατσαντώνη , ο οποίος είχε καταταράξει τον Αλή δια των τολμηρών ληστειών του. Η αλήθεια είναι ότι ο Τσόγκας γεννήθηκε στην Βόνιτσα Ακαρνανίας.
Ο Κατσαντώνης αποκαλούσε τον Τσόγκα ((βλαχοτζιόγκα)) και ο Καραϊσκάκης ((ξυνογαλά)) ,λόγω της Σαρακατσαναίηκης καταγωγής του. Έπειτα από τον θάνατο του Κατσαντώνη την αρχηγεία των κλεφτών την ανέλαβε ο αδερφός του Κώστας Λεπενιώτης  ,αλλά και μετά τον θάνατο του Λεπενιώτη τα απομεινάρια του ένοπλου σώματος του Κατσαντώνη και του Λεπενιώτη σύμφωνα με τον Κασομούλη αποφάσισαν με αρχηγό τον Τσόγκα να πάνε στα Γιάννενα και να δηλώσουν υποταγή στον Αλί πάσα .
Ο Αλί πάσας για ευχαριστήσει τους μετανιωμένους κλέφτες και το προσωπικά τον Τσόγκα , το 1810 τον έκανε καπετάνιο. Ο Κασομούλης γράφει σχετικά: διόρισε τον Τσιόγκαν ,βλάχον πρωτοπαλίκαρο του Κατσιαντώνη περί το 1810 ή 11 Καπιτάνον . Κατέστη τούτος Καπιτάνος άσειστος μέχρι της καταδρομής του Αλή πασα και έπειτα επί της επαναστάσεως μέχρι της θανής του ,1838 ως αρχηγός όπλων της επαρχίας Βονίτσης ,και όλων των συρρεόντων βλαχοποιμένων εις την επαρχείαν ταυτην ως πατηρ.
Πολύ νωρίς μυήθηκε στην φιλική εταιρία ενώ τον Ιανουάριο του 1821 στο σπίτι του ποιητή Σπ. Ζαμπέλιου με τους Γ. Καραϊσκάκη ,Παναουργιά , Κατσικογιάννη, κλπ, αποφασίζουν όλοι μαζί την έναρξη της επανάστασης ,ενώ ανατίθενται στους Καραϊσκάκη ,Βαρνακιώτη, Τσόγκα, και Στουρνάρη η αρχηγεία των αρμάτων της Δυτικής Ελλάδος.
Τον Μάιο του 1821 μαζί με τον Αλεξακη Βλαχόπουλο και άλλους οπλαρχηγούς της δυτικής Ελλάδος κηρύττουν την επανάσταση και στις 26 Μαΐου Πολιορκούν το Βραχώρι (Αγρίνιο), για να το απελευθερώσουν στις 11 Ιουνίου 1821.


Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω τραγούδι:


Σ'; όλο τον κόσμο ξαστεριά ,σ'; ολο τον κόσμο ήλιο .
Και στο Βραχώρι το μικρό μαύρος καπνός κι αντάρα.
Καπεταναίοι τ'; έκαιγαν ο Τσόγκας κι Αλεξάκης.


Άλλο ένα τραγούδι που αναφέρεται στον Γιώργο Τσόγκα και προέρχεται από την μάχη ανάμεσα στον Θωδοράκι Γρίβα και στους άλλους καπεταναίους που έγινε στην κατοχή Μεσολογγίου το 1823 είναι το εξής:


Τ'; ειν'; το κακό που γίνεται κι η ταραχή μεγάλη ,
στη μέση στο Ξηρόμερο ,στην κατοχή στη χώρα;
Τον Θωδοράκη κλείσανε τα πέντε βιλαέρτια ,
ήρθε ο Μακρής απ'; τον Ζυγό κι ο Πισλής ακόμα,
ήρθε κι από τα'; Άγραφα ο Καραϊσκάκης
ήρθε και από την Βόνιτσα αυτός ο ΒλαχοΤσόγκας
ήρθε κι ο Μάρκος Μπότσαρης με χίλιους πεντακόσιους.
Τον Θοδωράκη πολεμούν τα πέντε βιλαέρτια.
Κι έλεγε και ξανάλεγε : είχα ταϊφά αυτούς τους Βαρνακιώτες!!!
Κ'; αυτόν τον παρατήσανε με δεκαεπτά νομάτους.
Τρεις μέρες κάνει πόλεμο τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
και ο ΒλαχοΤσόγκας φώναξε από το μοναστήρι:
-Βάλτε φωτιά και κάψτε τον ,τον Θοδωράκη Γρίβα
μπας και το επιάσουμ'; ζωντανό κομμάτια να τον φάμε.
Και ο Θωδοράκης φώναξε με το σπαθί στα χέρια:
-Τι λες αυτού μωρέ παλιόβλαχε ,μωρέ παλιογουρνάρη;
Εμένα με λένε Θοδωρή , με λένε γιο του Γρίβα.
Έβγα με δεκατέσερες και γω με τον Αράπη.
Και ο Τσόγκας του αποκρίθηκε και ο Τσόγκας του φωνάζει:
Δεν βγαίνω εγώ στον πόλεμο με σένα Θωδοράκη,
μα θα σε κάψω ζωντανό με το πολύ τ'; ασκέρι.

 

Βιβλιογραφία.

Πανελλήνια ομοσπονδία Συλλόγων Σαρακατσαναίων.

Τραγούδια σαρακατσάνικα .Επιμέλεια Ευριπίδης Μακρής.

 

Γιώργος Αγραφιώτης . Σαρακατσαναίοι κλεφταρματολοί και δημοτικό τραγούδι.

 

 

 

RSS: Θέματα, Σχόλια
Powered by Pathfinder blogs

Lamia Blogs GreekBloggers.com